Παρασκευή 8 Φεβρουαρίου 2013

Ο ερωτισμός των άλλων


Κατά τη διάρκεια της διαμάχης που προκάλεσαν οι πορνογραφικές παραγωγές, κάποιος είπε την εξής πρόταση:
« Η πορνογραφία είναι ο ερωτισμός των άλλων».
Μια διατύπωση που έχει το προσόν να χρησιμοποιεί με έξυπνο τρόπο δύο ηλίθιες λέξεις, αν όχι τρεις.
Πρόκειται για ένα επιχείρημα πάνω στην ανεκτικότητα: αλλά επίσης και μια κριτική αυτών των διακρίσεων που κάνουμε για να μας ξεχωρίσουμε από αυτό που μετά καυχιόμαστε ότι «ανεχόμαστε»[1].
Γιατί ίσως ο ερωτισμός των άλλων ανθρώπων να μην είναι τόσο διαφορετικός από το δικό μας, με όρους του τι έχει να δείξει, ίσως να είμαστε περιφρονητικοί προς την «πορνογραφία» γιατί μας απεικονίζει χωρίς μάσκες – θλιβερά σώματα, άθλια δωμάτια, ελεεινοί συμβιβασμοί, χειρονομίες χωρίς χάρη, αξιολύπητες φαντασιώσεις… Δεν μας αρέσει όταν οι συνουσίες μας εμφανίζονται τόσο φτωχές στις ταινίες όσο και στην πραγματική ύπαρξη μας: τα ερωτικά έργα πρέπει καθολικά να προσαρμόζονται  στις ψευδαισθήσεις μας και δεν πρέπει να είναι, σε ουσία ή τιμή, τόσο μηδαμινά όσο οι εαυτοί μας.
Τότε αυτό που διακρίνει το ερωτισμό από την πορνογραφία δεν είναι μια διαφορά ανάμεσα στη δική μας όμορφη σεξουαλικότητα και την αηδιαστική σεξουαλικότητα των άλλων: στην πραγματικότητα, με τους όρους των κατεστημένων κριτηρίων, κάθε πραγματική σεξουαλικότητα παραμένει ένοχη, άσχημη, κτηνώδης, εκτρωματική. Ποτέ δεν είμαστε αρκετά πλούσιοι, αρκετά κανονικοί, αρκετά άντρες, αρκετά γυναίκες, για να έχουμε μια σεξουαλικότητα που να είναι επιτρεπτή, σεβαστή ή απλά δυνατή να υπάρξει. Αυτές είναι οι αναγκαίες προϋποθέσεις που διαμορφώνονται από τους νόμους μας, τους ηθικούς μας κώδικες, τα ιδανικά, τα αριστουργήματα της τέχνης, και τους ίδιους μας τους κανόνες για την επιθυμία. Δεν προκαλεί έκπληξη το οτι βρίσκουν εφαρμογή και στη διασκέδαση. Αλλά η «πορνογραφία» διαπράττει το έγκλημα να  εξιδανικεύει ελλιπώς αυτό που δείχνει – και με την αφθονία της σε γυμνά και σε κατορθώματα, αποτελεί ένα κήπο των ηδονών πλάι στην πραγματική μας ζωή. Ακόμα και αυτή η ελεύθερη και εκπληρωμένη σεξουαλικότητα, θα έπρεπε να μετασχηματιστεί για να αθωωθεί, θα έπρεπε να επεκταθεί στο αιώνιο, να ανυψωθεί σε μυθικά ύψη, να επικαλυφθεί με αναλύσεις, να πασαλειφθεί με Ανθρωπισμό, να γαρνιριστεί με «από-αποξένωση», να στολιστεί με γιρλάντες που να καλύπτουν μόνο τα σωστά σημεία: μια εξιλέωση που μπορούν να προσφέρουν –καθεμιά με τον τρόπο της- ο Έρωτας, η Τέχνη, η Επιστήμη, και η Ανατροπή.
Η αναγκαιότητα αυτής της εξιλέωσης έχει γίνει κατανοητή εδώ και πολύ καιρό από τους Αμερικάνους κατασκευαστές πορνογραφικων βιβλίων και περιοδικών. Κι έτσι, δημοσιεύουν κείμενα χυδαία που τα καλύπτουν με μία ψυχιατρική χρυσόσκονη και τα πασάρουν ως «επιστημονικά έγγραφα». Συσσωρεύουν απρεπείς φωτογραφίες, αλλά πάντα με το άλλοθι της απεικόνισης της φυσιολογίας του ανθρώπινου σώματος ή του γυμνού, αγνών τέκνων δηλαδή της Υγείας. Η αγορά πλημμυρίζεται με γυμνούς άνδρες φωτογραφημένους από κάθε γωνία., αλλά μόνο για να παρέχουν στους καλλιτέχνες έναν τρόπο  να τελειοποιήσουν την τεχνοτροπία τους χωρίς ακριβά μοντέλα. Και παχιές μπροσούρες με φωτογραφίες και σχολιασμό έχουν προσφέρει στους νεαρούς σεξολόγους ζωηρές παραστάσεις με σοδομισμούς, πεολειχίες, αυνανισμούς, ευμεγέθη πέη, βρεφικό ερωτισμό ή ομαδικό σεξ. Η ευημερία αυτών των εκδόσεων δείχνει πως οι αμερικάνοι λογοκριτές, συγκινημένοι από την ευγένεια των σκοπών,  δεν ήταν και πολύ πρόθυμοι να μάθουν για ποιο σκοπό χρησιμοποιούσαν πραγματικά αυτά τα γυμνά οι πρωτοεμφανιζόμενοι ζωγράφοι, αν οι συλλογές με τις παρτούζες παιδιών χρησιμοποιούνταν μόνο για την ενημέρωση εκπαιδευτικών και μητέρων, ή αν τα κοντινά των πούτσων που εισβάλουν σε κάθε τρύπα της Ανθρώπινης Φύσης εξετάζονταν μόνο από Επιστήμονες.
Ας θεωρήσουμε αυτά τα εύκολα προνόμια σαν το προϊόν μιας δημοκρατίας αρκετά  αφελούς ώστε, σημειωτέον, να έχει εξορίσει έναν Πρόεδρο[2] με την πρόφαση ότι υπήρξε ανειλικρινής – διότι φαίνεται πως η εξουσία, τόσο διεστραμμένη όσο και το σεξ, χρειάζεται όπως και αυτό, απλά να είναι αγγελική για να είναι ανεκτή. Μια καθησυχαστική βεβαιότητα.
Η χώρα μας δεν είναι το θύμα μιας τόσο άδολη λογικής: στη Γαλλία, όταν υπερασπιζόμαστε την ελευθερία, είναι κυρίως ενάντια σ’ αυτούς που θέλουν να τη χρησιμοποιήσουν. Οπότε αντιληφθήκαμε, μεταξύ χιλιάδων άλλων πραγμάτων, πως πριν την απελευθέρωση της σεξουαλικότητας, έπρεπε να την αναμορφώσουμε κατά τέτοιο τρόπο ώστε να μην έχει απομείνει καθόλου σεξουαλικότητα σε κανέναν: ή ότι, αν επιτρέπαμε την πορνογραφία, προφανώς θα έπρεπε να σταματήσει να αψηφά την ηθική.
Κι όμως όταν σταματήσαμε τη λογοκρισία, ανακαλύψαμε με αγανάκτηση ότι τα έργα που θα μπορούσαν να λογοκριθούν επωφελήθηκαν αυτή της παύσης για να κάνουν την εμφάνισή τους. Αυτό είναι σίγουρα απόδειξη ότι δεν ήμασταν ώριμοι για την ελευθερία της έκφρασης.
Υπό φυσιολογικές συνθήκες οι Γάλλοι μποϋκοτάρουν αυθόρμητα τα ψευδοπροϊόντα που ο άπληστος καπιταλισμός προσπαθεί να τους κάνει να τα καταναλώσουν: ειδικότερα, εγκαταλείπουν τα σινεμά που προβάλουν τα διαφημιστικά σκουπίδια που λέγονται « ταινίες για το κοινό» - και είναι ηλίθιες αφηγήσεις που αποτελούν προσβολή για τις μάζες, και κατά συνέπεια για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, όπως με σθένη επαναλαμβάνεται για χρόνια από τους κυρίους Marchais, Séguy και τον Καρδινάλιο Marty[3]. Αλλά αυτή τη φορά τα πεινασμένα για κέρδος και υποχείρια μέλη της βιομηχανίας κατάφεραν να ξεγελάσουν το Λαό προσφέροντας του σαν λαμπερό δέλεαρ, ένα δόλωμα αληθοφανών χυδαιοτήτων. Αμέσως, εκατομμύρια πατέρες, μητέρες και εργάτες, με τη γιαγιά απ’ το χέρι, με το μωρό στην αγκαλιά, έτρεξαν σε ταινίες με ακολασίες –χωρίς-έρωτα: και, υπνωτισμένοι, αποσβολωμένοι  από τις τόσες  φρικαλεότητες, κανένας τους δεν τόλμησε να αντιδράσει. Δεν έχω ακούσει ούτε καν το κλάμα ενός μωρού μέσα στην αίθουσα, πράγμα που δείχνει πόσο πρώιμα παραλύουν κάθε αντίδραση αυτές οι εικόνες.
Το Κράτος και οι διάφορες ελίτ διαμαρτυρήθηκαν από τη θέση τους η καθεμιά, και η ελευθερία αναδιοργανώθηκε. Μια ξεχωριστή κατηγορία ταινιών θα οριζόταν, βαριά φορολογημένη και με περιορισμένη διανομή : το είδος που θα απεικόνιζε τον ερωτισμό των άλλων ανθρώπων» ( αυτές που καταλλήλως βαφτίστηκαν με το Χ ): πορνογραφία. Ο δικός μας ερωτισμός, φυσικά, θα συνέχιζε να απολαμβάνει όλη την απαραίτητη ελευθερία έκφρασης.
Είπα ότι τα δύο είδη ήταν διακριτά: εφόσον ο πλειοψηφών ερωτισμός έχει την ομορφιά ως βασική ιδιότητά του, οποιαδήποτε ασχήμια, προστυχιά, ηλιθιότητα, περιττή χυδαιότητα, στην αναπαράσταση της σεξουαλικότητας, είναι σημάδι ότι δεν είναι δικιά μας αλλά ανήκει στην κατηγορία Χ.
Ένα μέτρο επικροτούμενο απ’ όλους. Λίγο νωρίτερα από αυτό, είναι γεγονός ότι, ο François Mitterand είχε προτείνει στην Nouvel Observateur, η πορνογραφία να περιορίζεται σε κλειστούς κύκλους: γιατί ήταν πραγματικά πολύ άσχημη, και κατασκευασμένη, σύμφωνα με όλα τα στοιχεία, από πορνογράφους. Επιπλέον, αυτές οι πραγματικές εικόνες οργάνων, δήλωσε, παρέμεναν απείρως λιγότερο συγκινητικές από ένα κάποιο συγκεκριμένο άγγιγμα των χεριών στο  Η στενή πύλη [4]. Ο Mitterand βέβαια δεν διευκρίνισε αν τα τσουτσουνάκια στο Αν ο σπόρος δεν πεθάνει [5], τον συνεπήραν τόσο όσο τα χέρια της Alissa- αμφότερα τα βιβλία, ωστόσο,  ήταν τραγουδισμένα με το αρμόζον ύφος και πασπατευμένα δεόντως, από τα χέρια ενός κατόχου του βραβείου Νόμπελ. Εν πάση περιπτώσει, αυτή η σοσιαλιστική θέση, τόσο φιλελεύθερη στη συγκεκριμένη συγκυρία, επειδή συνάδει με τις επιλογές της Αριστεράς, συμπίπτει με αυτό που η κυβέρνησή μας τελικά αποφάσισε.
Οπότε τώρα, για πρώτη φορά στην κοινωνία μας, ισχυριζόμαστε ότι αυτή η μετριότητα δεν είναι δυνατό να γίνει ανεκτή, και ότι οι πολίτες μας θα πρέπει να είναι θεσμικά προστατευμένοι απ’ αυτή. Είναι αδιανόητο μέλη της βιομηχανίας ταινιών να το τραβήξουν τόσο μακριά, ως και την εκμετάλλευση του ανθρώπινου πόθου: και οι επιχειρήσεις θα πρόδιδαν τον εαυτό τους αν ξαφνικά σταματούσαν να αγωνίζονται για τη δική μας καλλιτεχνική και ηθική εξύψωση.
Έκτοτε μπορούμε να διαβάσουμε στο αέτωμα του ναού του θεού Έρωτα: κανείς δεν μπαίνει εδώ εκτός από τους  θεοφώτιστους. Το έθνος μας, που τόσο φαινόταν να μισεί, να διώκει και να καταδικάζει το σεξ, καταλήγει τελικά να το θαυμάζει, να το αποθεώνει σε τέτοιο βαθμό που δε θέλει πια τους μιαρούς να το αγγίζουν. Αυτό το γλύκισμα, αυτό το άλας της γης θα φυλαχτεί, όπως είναι δίκαιο, μόνο για μεγάλους άνδρες. Αν είναι άξιοι για να το δεχτούν φυσικά. Και αν οι ικανότητες σου είναι πολύ μέτριες, το I.Q. σου πολύ χαμηλό, το πάθος σου για χρήματα αχαλίνωτο, η χυδαιότητα σου ατελείωτη, φτιάξε οικογενειακά φιλμ, δώσε ρομαντική διάσταση στο συζυγικό έρωτα μέσα στο γάμο, σχολίασε την πολιτική, γίνε κριτικός της Τέχνης και των Γραμμάτων, μπες στην Ακαδημία, δόξασε τον πόλεμο, τα σπορ, τη δουλειά, την αρετή, τους απατεώνες, το ρατσισμό, το Κράτος: αλλά τα μουνιά, οι ψωλές, και οι κωλοτρυπίδες είναι αυστηρά ταμπού για σένα – όπως και για όλους τους οπορτουνιστές, τους κρετίνους, τους απατεώνες, τα γουρούνια και τους ανύπαρκτους που έχουν εισβάλει σε άλλους τομείς. Ο Έρως θα αρχίσει να νιώθει λίγο μόνος.
Για μένα αυτή η απαίτηση για ποιότητα, για αφιλοκέρδεια, για καλλιτεχνική αρτιότητα, δείχνει απόλυτα δικαιολογημένη (σκέφτομαι μόνο τα μαργαριτάρια που θα είχε παράγει στο πεδίο της πολιτικής, της δημοσιογραφίας ή της εκπαίδευσης). Έχω παρατηρήσει πορνό που προβάλλονται να μυρίζουν ερασιτεχνισμό, βιασύνη και παραγωγές χωρίς δισεκατομμύρια ή κυβερνητική χρηματοδότηση: και ένιωσα, φυσικά, πολύ διαφορετικά από τις ταινίες Χ με τις οποίες απασχολούμουν για κάποιο καιρό, και των οποίων η μηδαμινότητα δεν ήταν περίπλοκη. Τι μένει λοιπόν, από αυτές τις ταινίες που δεν έχουν τίποτα να τις κάνει αξιοσύστατες;
Αυτό που μένει είναι ακριβώς αυτό το κάτι που οι καλές ταινίες ποτέ δε δείχνουν. Και αφού το σύμπαν ξεχειλίζει από εξαίρετους κινηματογραφιστές, πολλοί από τους οποίους αποκηρύττουν τη σκανδαλώδη μετριότητα των πορνό, αναρωτιέμαι τότε, γιατί αυτοί που κινηματογραφούν τόσο καλά, αφήνουν στους άσχετους τα ερωτικά θέματα – τα οποία ωστόσο φαίνεται να θαυμάζουν, αφού δεν επιτρέπουν να τα μεταχειρίζονται αθλίως– αντί να στρωθούν οι ίδιοι στη δουλειά. Είναι εξαιτίας της συνήθους ταπεινότητας των ιδιοφυών όταν αντιμετωπίζουν θέματα πολύ μεγάλα; ‘Η εξαιτίας της διαπίστωσης της ασυμβατότητας που υπάρχει ανάμεσα στη δημιουργικότητά τους και την αναπαράσταση σεξουαλικών πράξεων; Σ’ αυτήν την περίπτωση, πρέπει να θαυμάσουμε την αυταπάρνηση των άτυχων σκηνοθετών που, για να κινηματογραφήσουν αυτά που οι άλλοι κρύβουν, δεν διστάζουν να διακινδυνεύσουν τις ευκαιρίες τους να αποκτήσουν ταλέντο.
Στην πραγματικότητα, η ύπαρξη «ειδικών» πορνογραφικών έργων φέρνει στο μυαλό το σχόλιο του Jean Genet όταν ρωτήθηκε γιατί το θέατρό του ήταν χυδαίο: επειδή, είπε, το άλλο θέατρο δεν είναι. Είμαστε σε μια παράδοξη κατάσταση στην οποία φαίνεται κατανοητό, προφανές ακόμα και επιθυμητό το να δημιουργείς έργα (και κάθε έργο μιλά μόνο για την ανθρωπότητα και την ανθρώπινη ζωή) όπου η σεξουαλικότητα μειώνεται στο τίποτα – τίποτα πέρα από μια ζώνη σιωπής προς την οποία κάθε αφήγηση κατευθύνεται, αλλά και συντρίβεται πάνω της. Ο πολιτισμός μας είναι ο ιστοριογράφος, ή μάλλον ο μυθολόγος, ενός αποσεξουαλικοποιημένου ανθρώπου. Βάλτε πίσω το σεξ: δε θα θεωρηθεί ότι συμπληρώνετε μια έλλειψη, θα ειπωθεί ότι το έργο σας έχει μια υπερβολή – και είναι αυτή η υπερβολή, η «χυδαιότητα», που θα προσδιορίσει το έργο.  Κι έτσι το σεξ, με τις δισεκατομμύρια εκδηλώσεις του, τις αισθήσεις και τις αποχρώσεις του, του οποίου οι λεπτομέριες και τα μαθήματα σίγουρα αξίζουν όσο τα μαθήματα της συναισθηματικής ψυχολογίας, δεν είναι ένα αυθόρμητο, απαραίτητο, ένα ποικιλόμορφα παρόν (αν όχι με ένα «χαμηλό» τρόπο) στοιχείο της αναπαράστασης του ανθρώπου: είναι μόνο μια αγενής ειδικότητα, χαρακτηριστικό συγκεκριμένων συγγραφέων, συγκεκριμένων καλλιτεχνών, συγκεκριμένων λόγιων, που φτιάχνουν μόνοι τους κάτι που, έξω από τους ίδιους, δεν έχει δικαίωμα ασύλου. Κάθε δημιουργός πρέπει να αποφασίσει αν θα δημιουργήσει «με» ή «χωρίς» : είναι η ελαχίστη των ελευθεριών του, και αφού όλοι ξέρουμε τι πολιτισμικό πεπρωμένο περιμένει όσους δημιουργήσουν «με», δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αυτό εξωθεί τις μελλοντικές ιδιοφυίες να μην το περικόψουν.
To να ανεχθούμε τη σεξουαλικότητα, όπως αξιώνουμε ότι κάνουμε, το να την εξερευνήσουμε και να την κατανοήσουμε, όπως λέμε ότι πρέπει να κάνουμε, θα ήταν  το να της επιτρέψουμε να εμφανίζεται παντού, να εκφράζεται και να βιώνεται παντού και εν ολίγοις, να την αφήσουμε να ανθήσει στο φως της μέρας της κοινωνικής ζωής. Και όχι να την παραχώνουμε μέσα σε σικ βιβλία, στα μαγαζιά της Pigalle[6], στους βασιλικούς γάμους και πίσω από πόρτες αποχωρητηρίων.
Δεν είναι η εμφάνιση των «ερωτικών» έργων ή των «πορνογραφικών» προϊόντων που καταδεικνύει ελευθερία, είναι μάλλον η εξαφάνιση των ειδικών τόπων και  τελετουργικών μέσα στα οποία η σεξουαλικότητα, η ηδονή, και το σώμα «γίνονται» κεκλεισμένων των θυρών. Δεν είναι αντικείμενο των πορνοπεριοδικών να δείχνουν γυμνά, όργια, λεσβίες, παιδικά γαμήσια, αλλά της France-Dimanche, της l'Espress, της Paris-Match, του Tintin, του Spirou[7] και άλλων ανθρωπιστικών εκδόσεων. Δεν είναι δουλειά των δημιουργών έργων κατηγορίας Χ να δείχνουν ζωντανά σεξουαλικά δρώμενα, αλλά των δημιουργών που έλκουν τα πλήθη και της τηλεόρασης. Δεν είναι οι «ειδικοί» συγγραφείς αυτοί που πρέπει να αποκρυπτογραφήσουν τα σώματά μας, αλλά το σύνολο της λογοτεχνίας. Αλλιώς μπορεί να πούμε επίσης πως η σεξουαλικότητα δεν είναι ανεκτή, και πρέπει να μείνουμε δέσμιοι μερικών μανιακών που είναι καταδικασμένοι και αποφασισμένοι, να δείχνουν με ποιον τρόπο αυτή υπάρχει, και να γεμίσουν όσο καλύτερα μπορούν αυτό το κενό στον πολιτισμό και τους ηθικούς μας κώδικες.
Προφανώς σε μια κοινωνία όπου η σεξουαλικότητα δεν θα «είχε θέση» αλλά θα επαναλάμβανε τον εαυτό της, η ουσία του ερωτικού θα ήταν πολύ διαφορετική από αυτή που προέρχεται από τα γκέτο μας – όπου κάποιος καρτερικά σέρνεται πάνω στα αναμμένα κάρβουνα των ψευδαισθήσεων, των κλισέ,  των μεγαλοπρεπειών και των μανιών που καθορίζουν τον σεξουαλικό σκοταδισμό μας. Βλέπω μόνο τη χυδαία φωτογραφία, η οποία, όταν αποφεύγει την επιτήδευση και τη συμβατικότητα του Ωραίου, είναι ήδη απελευθερωμένη -αναμφισβήτητα εξαιτίας της κατωτερότητάς της- από τα στερεότυπα που –από τα ύψη του Ερωτισμού στα βάθη της πορνογραφίας- κατασκευάζει μια κάλπικη αναπαράσταση της σεξουαλικότητάς που θα θέλαμε να είχαμε.
Αλλά τι είναι αυτό που θέλουν τα έργα της κατηγορίας Χ; Μερικά απο αυτά συμμετείχαν, χωρίς αντίδραση, σε ένα ωμό πείραμα "mise-en-abyme"[8], το οποίο θα  ευχαριστούσε κάθε καλής καταγωγής μέλος της avant-garde, και το οποίο δείχνει ένα παράδοξο της πορνογραφίας.
Ήταν μια προβολή ενός πολύ καλού ετεροφυλοφιλικού πορνό (οι συνθήκες της αγοράς σπάνια επιτρέπουν την ανάμιξη διαφορετικών γούστων στο ίδιο προϊόν). Τίτλος: Το ομιλόν φύλο (η ηρωίδα είναι προικισμένη με μια θαυμαστή ικανότητα δανεισμένη από τον Ντιντερό: όπως και ένα πρόσωπο στα Αδιάκριτα Μπιζού, μιλάει από το μουνί της). Αυτό το φιλμ περιείχε την ακόλουθη σκηνή. Σε μια κινηματογραφική αίθουσα, οι συνήθεις θεατές παρακολουθούν ένα πορνό. Ξαφνικά, μια γυναίκα θεατής, κινητοποιημένη από την ταινία, αρπάζει τον πούτσο του διπλανού της. Την επόμενη στιγμή, ολόκληρο το κοινό, γυμνό με τις ψωλές στον αέρα, γαμιέται με χαρά. Στην οθόνη φυσικά. Στην άλλη αίθουσα, την πραγματική, κανείς δεν έκανε τίποτα. Βλέπαμε τους πορνόφιλους της κινηματογραφημένης αίθουσας. Αυτούς που μπορούσαν να το κάνουν[9].    ---
Αυτή η φανταστική σκηνή επομένως υποτίθεται πως αναπαριστά τη φαντασίωση του πορνόφιλου: και, εν συντομία, τον βάζει με την πλάτη στον τοίχο. Αλλά ο τοίχος είναι πολύ ψηλός. Σε μια πραγματική κινηματογραφική αίθουσα (πέρα από το γεγονός πως οι αίθουσες πορνό, έχουν λιγότερες γυναίκες θεατές κι από τα αριστερίστικα γκρουπούσκουλα της γυναικείας απελευθέρωσης), αυτή η μετάβαση στην πράξη θα ήταν εγκληματική ενέργεια, ένα γεγονός που θα προκαλούσε την προσέλευση αστυνομικών οχημάτων και θα καταλάμβανε τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων.
Αυτό το όργιο, αδύνατον να συμβεί νομικά, είναι εξίσου αδύνατον αισθητικά και ψυχολογικά. Όσο συνηθισμένοι κι αν έμοιαζαν οι ψεύτικοι θεατές του Ομιλούντος Σεξ, διαλέχτηκαν για να παρουσιάσουν, όταν θα απομακρύνονταν από τα καθίσματά τους, θελκτικά κορμιά με γρήγορα αντανακλαστικά και άμεσες απολαύσεις. Χαρακτηριστικά που δεν έχουν καμία σχέση με την πραγματική εμφάνιση και σεξουαλική συμπεριφορά του μέσου Γάλλου, είτε πορνόφιλου είτε όχι. Βλέπουμε πως το εμπόδιο για το όργιο δεν βρίσκεται απλά στη νομική παραβίαση που κάτι τέτοιο θα στοιχειοθετούσε (μια παραβίαση που οι ομοφυλόφιλοι διακινδυνεύουν να διαπράξουν, έτσι όπως είναι εξοικειωμένοι με τους ετεροφυλόφιλους μπάτσους). Το εμπόδιο βρίσκεται περισσότερο σ’ αυτά τα βολικά πάθη και τα θελκτικά σώματα στη διάθεση των ηθοποιών, και όχι του κοινού. Πράγματα που είναι αναμφίβολα προνόμια των πορνογραφικών ταινιών, απ’ τη στιγμή που ήδη κυριαρχούν επί όλων των ειδών ταινιών και μυθιστορημάτων. Η απέχθεια που προκαλείται από ηθοποιούς με μεγάλα πέη, γυναίκες ηθοποιούς με πάχη, και πλαδαρά στήθη, ροζιασμένα πόδια, από τρίτης κατηγορίας συνουσίες, γλουτούς που στάζουν σπέρμα και απεικονίζονται σε κάποιες ταινίες, είναι ασύλληπτη: τέτοια «κουσούρια» είναι, ωστόσο, σύνηθες στοιχείο του ανθρώπινου είδους. Φυσικά, θα μπορούσε να θεωρηθεί φυσικό (και τίποτα δεν είναι πιο αηδιαστικά φυσικό), μια ταινία να πρέπει να είναι ευχάριστη όταν βλέπεται, και επομένως πως θα έπρεπε να αποφεύγει να δείχνει τους εαυτούς μας, και πως θα έπρεπε να επιλέγει μαγευτικά ανθρώπινα δείγματα, τόσο επαρκώς εξαιρετικά, ώστε η ανθρωπότητα που δεν τους μοιάζει να μπορεί να αναγνωρίζει τον εαυτό της σε αυτά. Δυστυχώς, αυτή η αίρεση του εξαιρετικού ενισχύει τη βεβαιότητά μας πως είμαστε σεξουαλικά αγύμναστοι: και, αντί να μας κάνει να αγαπάμε την ομορφιά ακόμα περισσότερο, μας κάνει ακόμα πιο απεχθείς στους ίδιους μας τους εαυτούς. Να ‘μαστε, φτωχοί, ηλίθιοι, άνδρες και γυναίκες να ονειρευόμαστε ότι ο παντογνώστης θα γεννήσει τους Ωραίους, τους Όμορφους, να μας λυτρώσουν απ’ την ασχήμια - καθώς ο Θεός σώζει, βλέποντας κάτω από τις πληγές, τη βρωμιά και την ασχήμια, αυτούς που έχουν αγνή καρδιά. Δεν είμαστε άξιοι. Αυτοί ναι. Οπότε, ας βαυκαλιστούμε με την ιδέα πως αύριο, αυτοί θα κατέβουν στο δικό μας δωμάτιο, στην κουζίνα, την τουαλέτα μας.
Έτσι η πορνογραφία μας υπενθυμίζει πως για να αποκτήσουμε όμορφα αντικείμενα που επιθυμούμε, πρέπει να τους μοιάζουμε, αλλιώς (και αυτή είναι η αποτρόπαια φιλοσοφία του μαρκήσιου ντε Σαντ, ο οποίος, στην εξερεύνηση της επιθυμίας, παρουσίαζε μόνο την έκσταση της οικονομικής εξουσίας πάνω στο σώμα κάποιου άλλου) – πρέπει να είμαστε πλούσιοι. Οι πλούσιοι δεν βλέπουν πορνό (παρά μόνο μεταξύ τους, στα σπίτια τους, και συμπληρωματικά). Μια καλή πουτάνα, ένας ζιγκολό χωρίς σημαντικές ατέλειες στην κατασκευή του, πάνε από 200 ως 330 φράγκα και πάνω. Με ένα τηλεφώνημα στο Παρίσι, μπορείς να παραγγείλεις νεαρά αγόρια και κορίτσια στρατολογημένα από μεσήλικους άνδρες, και οι φιξ τιμές είναι ακριβώς ένας μήνας S.M.I.C.[10]. Και μετά, μήπως  οι πορνόφιλοι, είναι απλώς ο  συρφετός που, σε αντίθεση με την ελίτ που φτιάχνει τους νόμους μας, δεν μπορεί να ανταπεξέλθει οικονομικά παρά μόνο σε μια αίθουσα ταινιών κατηγορίας Χ;  Οι παιδεραστές που τραβιούνται στα δικαστήρια, μήπως είναι απλά ένοχοι οικονομικής χρεοκοπίας; Στα μαγαζιά πορνογραφίας, οι υπάλληλοι παραπονιούνται για αναρίθμητους πελάτες που έρχονται απλά να περιεργαστούν το εμπόρευμα και ποτέ δεν αγοράζουν τίποτα. Και τελικά πράγματι συναντάμε ένα προλεταριάτο θλιβερών ηδονοβλεψιών. Αλλά ας χαρούμε που τελικά αυτά τα αξιαγάπητα περιοδικά απομακρύνονται – σφραγίζονται κάτω από σελοφάν, έτσι ώστε να μην αφήσουν δαχτυλιές οι ντετέκτιβ που έρχονται να ευχαριστήσουν τα μάτια τους χωρίς να ξοδέψουν ούτε ένα sou[11], όπως στο Les Effarés του Ρεμπώ, να μυρίσουν στον αέρα τις νυχτερινές μυρωδιές του αρτοπωλείου. Τα κορίτσια, τα αγόρια και οι τραβεστί της γειτονιάς μπορούν να παρθούν στην τιμή δυο από αυτών των καταστροφικών περιοδικών. Και όλα λοιπόν απλωμένα στον πάγκο, κρέας και χαρτί μαζί. Οι μπίζνες είναι σαφώς σκληρό πράγμα.
Ας εφησυχάσουμε: κάθε πορνόφιλος χωρίς πέος, κάθε τάκης με άδειο πορτοφόλι είναι ένας πιθανός σύζυγος, και μελλοντικός μπαμπάς, αφού ο γάμος είναι η μόνη φτηνή και αξιοπρεπής λύση στα προβλήματα της πούτσας. Πράγμα που αποδεικνύει ότι η βιομηχανία του σεξ, με τον τρόπο της, προσφέρει ένα κίνητρο για την Αληθινή Αγάπη.
Η άσκηση της επιθυμίας έχει έναν πολύ στενό οικονομικό και αισθητικό κώδικα: αυτός ο κώδικας αποκλείει την πλειοψηφία των ανδρών και των γυναικών. Έχει επίσης έναν κώδικα απόλαυσης, ο οποίος καθορίζει  μια συγκεκριμένη συμπεριφορά και τις απαραίτητες ροπές και των δυο φύλων, και αυτός ο κώδικας, επίσης αποκλείει πολλούς ανθρώπους. Και οι δυο κώδικες αναπαράγονται από την πορνογραφία, και με μια εκτραχυμένη μορφή , από το Ερωτικό. Ο οπαδός της πορνογραφίας, όπως και ο οπαδός του ερωτισμού, ή των ρομαντικών μυθιστορημάτων, είναι πεπεισμένος πως η σεξουαλικότητα πρέπει να έχει μια «καλή μορφή»: αξιολογεί τον εαυτό του ως ακατάλληλο να βιώσει μια τέτοια μορφή και ψάχνει τη μυθοπλασία και την ψυχαγωγία που απεικονίζουν το ιδανικό στο όνομα του οποίου ο ίδιος αισθάνεται σύγχυση. Είναι μια κυκλική κίνηση αυτο-εκπαίδευσης στη μη τέλεση του έρωτα.
Εδώ βλέπουμε τη διαφορά ανάμεσα στους ηθοποιούς-πορνόφιλους του Ομιλούντος Σεξ και τους πορνόφιλους-θεατές: το έργο δεν δείχνει τι θα έπρεπε να κάνουν αν ήταν ελεύθεροι, δείχνει γιατί, ακόμα κι αν ήταν ελεύθεροι, δε θα τολμούσαν να κάνουν τίποτα.
Ωστόσο, αυτή η αυτο-καταπιεστική κίνηση εξαρτάται από την προσκόλληση του κάθε ατόμου στις αξίες που καταδικάζουν το δικαίωμά του στην απόλαυση. Και αυτή η προσκόλληση είναι το αποτέλεσμα των δυσκολιών που συναντάμε από την παιδική ηλικία στο να κάνουμε έρωτα. Κανείς δε θα πίστευε πως μια κακότεχνη ανατομία, ένα μη ελκυστικό πρόσωπο, ή τα μέτρια ή απωθητικά γεννητικά όργανα αποτελούν αναπηρία, αν οι πιο όμορφοι άνθρωποι, οι πιο ταλαντούχοι δε μας έκαναν να το αισθανόμαστε αυτό από την πρώτη μέρα που βιώσαμε την επιθυμία. Και αυτό το αντανακλαστικό της εξαίρεσης θα ήταν πολύ σπάνιο αν δεν είχαμε διδαχθεί όλοι εμείς, τον κανόνα του «σεξουαλικού μοιράσματος» στο όνομα του οποίου πρέπει να διατηρήσουμε τους εαυτούς μας, όμορφους ή άσχημους, για μια προνομιακή ευκαιρία, έναν ξεχωριστό σύντροφο που μας πείθει τελικά να συμβιβάσουμε τα σώματά μας. Η ακαμψία του ηθικού κώδικα, οι ελάχιστες περιπτώσεις στις οποίες επιτρέπονται η σωματική επαφή, η σεξουαλική απόλαυση, ακόμα και η απλή ελευθερία της συνομιλίας με κάποιον, αναγκάζουν τη θλιβερή και ενοχική εσωτερίκευση αυτών των αξιών. Με άλλα λόγια, όσο λιγότερη ελευθερία έχουμε να κάνουμε έρωτα, τόσο περισσότερο προσκολλούμαστε σε κανόνες που μας αποτρέπουν από το να κάνουμε έρωτα. Αυτοί που ξεφεύγουν από αυτή τη λογικής ορίζονται ως έκφυλοι: δεν υπάρχει καμιά ενδιάμεση περιοχή ανάμεσα στην υποταγή και την παραβίαση των αρχών.
Ή καλύτερα, το ενδιάμεσο πεδίο είναι η επιχειρηματική λύση: όταν κάποιος πληρώνει για πορνογραφία ή για μια πόρνη, δεν αγοράζει τόσο πολύ σεξ, όσο ένα δικαίωμα να το απολαύσει έξω από το κατεστημένο αλλά χωρίς την απειλή του νόμου.
Η πορνογραφία επομένως είναι ένα στοιχείο του συστήματος. Κι όμως θα ήταν γελοίο να θεωρηθεί υπεύθυνη για μια κατάσταση που προηγείται αυτής και τη συνοδεύει, που δεν τη χρειάζεται για να διατηρηθεί, και μπορεί μακροπρόθεσμα να την βλάψει η παρουσία της.
Είναι αυτό το περιεχόμενο που πρέπει να γίνει κατανοητό. Στην πραγματικότητα, οι χώρες που προηγήθηκαν της δικιάς μας, στην άρση των περιορισμών σχετικά με την πορνογραφία είναι πολύ διαφορετικές από τη Γαλλία. Όχι επειδή η Γαλλία είναι λατινική χώρα: είμαστε ακόμη πιο σκοτεινοί, σφιγμένοι και παραλυμένοι από τους νυσταλέους σκανδιναβούς, και κοινωνιολογικά δεν είμαστε Λατίνοι. Ούτε και ο καθολικισμός μας είναι σημαντικός. Οποιοσδήποτε ακόλαστος έχει επισκεφτεί κάποια από τις περισσότερες καθολικές χώρες στη γη –Πορτογαλία, Ισπανία, Ιταλία- έχει ανακαλύψει το σεξουαλικό παγανισμό της προλεταριακής νεολαίας αυτών των μεσογειακών χριστιανικών βασιλείων.
Ο καθολικισμός και οι εγκλήσεις του βασιλεύουν πολύ ψηλά πάνω από τα κεφάλια μας και από τα αχαμνά του «προλεταριάτου». Οι απαγορεύσεις, φυσικά και είναι γνωστές: αλλά παρόλα αυτά, όσο κι αν κάνουν τα πράγματα παράνομα, δεν μπορούν να κάνουν τίποτα ενάντια στην ακαταμάχητη ευδοκίμησή τους. Η ηθική ακαμψία στη Γαλλία είναι ένα σημάδι «μικροαστικοποίησης» των μαζών και μια μαρτυρία της απόλυτης εξουσίας του βιομηχανικού πειθαρχικού καθεστώτος πάνω στη συμπεριφορά μας.
Στο βορρά, εν πάση περιπτώσει, η εμφάνιση της πορνογραφίας δεν ήταν ένα μεμονωμένο φαινόμενο, αλλά μια συνέπεια μεταρρυθμίσεων που, στους νόμους, στους ηθικούς κώδικες και στους θεσμούς αμφισβήτησαν ολόκληρη τη σεξουαλική ηθική. Μια αμφισβήτηση που ακολουθήθηκε από ένα εντυπωσιακό αποτέλεσμα: οι σχετικές θεσμοθετήσεις στη Δανία και τη Σουηδία, τα επιδόματα στην Ολλανδία και σε μερικές πολιτείες των Η.Π.Α., αποτελούν μοναδικά προηγούμενα σ’ όλη στην ιστορία των πολιτισμών. Και αυτό που είναι σημαντικό δεν είναι τόσο η ευτυχία που αυτές οι ελευθερίες φέρνουν σήμερα σε αυτούς που τις ξεκίνησαν , όσο η κοινωνία στην οποία από δω και πέρα οι άνθρωποι θα γεννιούνται, για τους οποίους αυτή η νέα ηθική δε θα είναι μια κατάκτηση αλλά ένα άμεσο, κανονικό και, στην πραγματικότητα, αόρατο δεδομένο ύπαρξης.[12]
Στη Γαλλία η πορνογραφία έχει γίνει επιτρεπτή, χωρίς όμως να έχει αλλάξει η ηθική που αυτή ξεπερνά, μια ηθική που προσπαθούμε αντιθέτως να σώσουμε, πιο ενεργητικά από ποτέ, μια ηθική που, πλάι πλάι με τις απόψεις μιας φιλελεύθερης ελίτ, ανίκανης όμως να επηρεάσει τους νόμους και τους ηθικούς κώδικες, συνεχίζει αδυσώπητα να κυβερνά την ιδιωτική ζωή των μαζών. Είναι αυτό το λίμνασμα που δίνει τη δύναμή (και το περίεργο στάτους της ως εθνικό ζήτημα) στην παραγωγή της πορνογραφίας στη Γαλλία. Κι αυτό γιατί μια τέτοια παραγωγή προσφέρει μια αναπαράσταση, μονομιάς μυθική και ποτισμένη με τις ελευθερίες που δεν έχουμε.
Από δω και πέρα, αυτό που έχει σημασία είναι να γνωρίζουμε αυτές τις ελευθερίες, αλλά όχι σαν ηδονοβλεψίες. Μια τέτοια εμπειρία θα μας δίδασκε αναμφίβολα ότι η ελεύθερη άσκηση της σεξουαλικότητας οδηγεί σε ένα σύμπαν που οι αστικές ομορφιές του Ερωτικού και οι στερεοτυπικές χαρές του πορνό είναι απλουστευμένες και ξεπερασμένες. Είναι στο χέρι μας να απελευθερώσουμε τους εαυτούς μας από τα κλισέ, τις αυταπάτες που η σεξουαλική μας κατάσταση και οι απογοητεύσεις μας έχουν παράγει. Η έκφραση της σεξουαλικότητας δε χρειάζεται να είναι ούτε όμορφη ούτε άσχημη, καλλιεργημένη ή χοντροκομμένη, ιδιοφυής ή ανόητη: αλλά πρέπει να γίνει μια ελεύθερη διαδικασία, το αποτέλεσμα μιας επιθυμίας εκφρασμένης αυθεντικά και όχι πια η δήλωση ενός ερωτισμού που ονειρευόμαστε για τους εαυτούς μας όταν μας στερούν κάθε δικαίωμα να τον βιώσουμε έστω και στο ελάχιστο.

Σημειώσεις


[1] [Σ.τ.μ.] Για την έννοια της "ανεκτικότητας" ως φιλελεύθερη έννοια βλ. και το κείμενο του Herbert Marcuse Repressive Tolerance. Στη συνέχεια ο Duvert δείχνει πως αυτή η "ανεκτικότητα" δεν είναι ακριβώς αυτό που φαίνεται...
[2] [Σ.τ.μ.] Αναφέρεται στην παραίτηση Νίξον μετά το σκάνδαλο Watergate to 1974.
[3] Georges Marchais, επικεφαλής του Κ.Κ.Γ., Georges Séguy, επικεφαλής της C.G.T., ένα σημαντικό αριστερό συνδικάτο, Cardinal François Marty, Αρχιεπίσκοπος του Παρισιού. [σημείωση της αγγλικής μτφ]
[4] [Σ.τ.μ.] La Porte étroite, βιβλίο του  Αντρέ Ζιντ, [Η στενή πύλη]
[5] [Σ.τ.μ.] Si le grain ne meurt, επίσης βιβλίο του Aντρέ Ζιντ, [Αν ο σπόρος δεν πεθάνει…]
[6] [Σ.τ.μ.] Η περιοχή Pigalle της Μονμάρτης του Παρισιού, στα όρια μεταξύ 9ου και 18ου διαμερίσματος, είναι γνωστή  (μαζί με τις Boulevard Clichy και Place Blanche) για τη νυχτερινή της ζωή, τα κακόφημα καμπαρέ, και τα γυμνά σεξ σόου. Στην περιοχή αυτή είχε το ατελιέ του ο Τουλούζ Λωτρέκ, αλλά έζησαν κατά καιρούς και άλλοι «διάσημοι» όπως οι Πικάσο και Βαν Γκόγκ. Επίσης στην Pigalle βρισκόταν και το Théâtre du Grand Guignol που έκλεισε το 1962, όπως και το Musée de l'érotisme (Μουσείο του Ερωτισμού).
[7] [Σ.τ.μ.] Εφημερίδες, περιοδικά και κόμικ ευρείας κυκλοφορίας στη Γαλλία.
[8] [Σ.τ.μ.] mise-en-abyme: τοποθετώ στην αιωνιότητα στην άβυσσο. Εδώ αναφέρεται στη γνωστή εικαστική τεχνική με την επ’ άπειρον απεικόνιση μιας εικόνας ανάμεσα σε δυο αντικριστούς καθρέφτες, την οποία χρησιμοποιεί σαν μεταφορά για το παράδειγμα που θα ακολουθήσει.
[9] Οι ομοφυλόφιλοι είναι λιγότερο συνεσταλμένοι (αλλά αυτό είναι αποτέλεσμα της απολίτιστης κατάστασής τους). Κατά τις προβολές του Histoire d 'hommes, υπήρχαν πλήθη που έφερναν βόλτες και παρακολουθούσαν από τις θέσεις τους στην τουαλέτα, όλως υπόπτως τοποθετημένες δίπλα στην οθόνη. Είναι αλήθεια πως οι  γκέι δεν περίμεναν, για να καταλάβουν συγκεκριμένα σινεμά  και (όταν η πίσω σειρά, η τουαλέτα, και ο εξώστης δεν ήταν πλημμυρισμένες από ανήλικους παραβάτες ή μπάτσους με πολιτικά) να κάνουν αυτό που καμιά ταινία δεν τόλμησε ακόμα να δείξει. [σημείωση στο πρωτότυπο, στην πραγματικότητα -αντίθετα με την απόδοση στην αγγλική μτφ- η ταινία στην αμερική κυκλοφόρησε με τον τίτλο Pussy Talk και όχι The Talking Sex που είναι και η ακριβής μετάφραση. http://www.imdb.com/title/tt0190780/]
[10] Salaire Minimum interprofessionnel de Croissance": ο γαλλικός βασικός μισθός. [σημείωση της αγγλικής μτφ]
[11] [Σ.τ.μ.] Solidus: ρωμαϊκό χρυσό νόμισμα
[12] [Σ.τ.μ.] Δυστυχώς ο Duvert φαίνεται να θεωρεί ότι η θεσμοποίηση μιας ελευθερίας δημιουργεί και ένα εξασφαλισμένο πεδίο για την άσκησή της. Γι’ αυτό το  λόγο άλλωστε στο βιβλίο του The Good Sex Illustrated [Le bon sexe illustré, Éditions de Minuit, Paris, 1973] θεωρούσε ότι η μείωση των ορίων ηλικίας για το συναινετικό σεξ, σε χώρες όπως η Δανία (όπου η ηλικία μειώθηκε στα 14) ήταν μια «θετική» εξέλιξη όσον αφορά τη σεξουαλική απελευθέρωση, αφού θα οδηγούσε στη δημιουργία μιας γενιάς πιο απελευθερωμένης από τα δεσμά της σεξουαλικής καταπίεσης. Δυστυχώς η εμπειρία δείχνει ότι η θεσμοποίηση τέτοιων ελευθεριών συνήθως σημαίνει ενσωμάτωση και μεταστροφή των ελευθεριών που κατακτήθηκαν στην πράξη, προς όφελος του κεφαλαίου, παρά καθιέρωσή τους. Αυτή όμως η συζήτηση -περί κεκτημένων ελευθεριών και δικαιωμάτων- είναι μια άλλη, μεγάλη συζήτηση…

***
Η Οικογένεια στο Εδώλιο[1]
«Αν υπήρχε μια Νυρεμβέργη για τα εγκλήματα σε καιρούς ειρήνης, εννιά μητέρες στις δέκα θα κλητεύονταν για να εμφανιστούν σ’ αυτή». - Tony Duvert, συνέντευξη στη Libération, 10 Απρίλη 1979
Κυρίες και Κύριοι, το βιβλίο που πρόκειται να διαβάσετε θα αλλάξει τη ζωή σας για πάντα. Ποτέ πριν δεν συναντήσατε κείμενο τόσο δριμύ, αμείλικτο και ενεργητικά εξεγερμένο ή τόσο δυσαρεστημένο. Οπότε περάστε, αν τολμάτε. Το θέμα του; Η Σεξουαλική Τάξη ολόκληρου του Δυτικού Κόσμου. Χρησιμοποιώντας δομές και έννοιες παράλληλες με αυτές της καπιταλιστικής οικονομολογίας, ο κος Duvert θα επιδείξει μπροστά στα μάτια σας αυτό που πραγματικά είναι οι σεξουαλικές μας ζωές: εκμεταλλευόμενες, εξαντικειμενοποιημένες, φυλακισμένες, καθοδηγούμενες από το κέρδος…. Και, πάνω απ’ όλα, ευνουχισμένες. Κι όπως θα τρεκλίζετε απομακρυνόμενοι από την εμπειρία - κατανοώντας τώρα, την έλλειψη στο καβάλο σας - θα βλέπετε από δω και πέρα με προκατάληψη αυτά που μέχρι τώρα θεωρούσατε αγαπημένα: το γάμο, την προστασία των παιδιών, ακόμα και την ψυχοθεραπεία.
Περιμένετε! Μην αφήνετε αυτό το βιβλίο. Αυτό το παραλήρημα του Tony Duvert ενάντια σ’ αυτές τις καταπιέσεις, το οποίο καταφέρνει μ’ έναν τρόπο να το διατηρήσει από την αρχή μέχρι το τέλος σε ένα μανιώδες, σχεδόν παραληρηματικό επίπεδο ανάλυσης, συντηρείται πάνω σε μια πολύ πιο πραγματική δίνη από το σεξουαλικό ακτιβισμό στον οποίο εμείς οι Αμερικάνοι είμαστε συνηθισμένοι, με τις ρηχές κοινοτοπίες του για την εξαντικειμενοποίηση των γυναικών, την παιδική κακοποίηση και το δικαίωμα των γκέι στο γάμο. Από μια θέση σχεδόν αντίθετη μ’ αυτές τις υποθέσεις, ο Duvert υψώνει οργισμένα το δάχτυλο στο στραγγαλισμό την απόλαυσης από καπιταλιστικά δεσμά. Δείχνει πως, στην δική μας σεξουαλική τάξη, ο οργασμός ακολουθεί το πρότυπο οποιουδήποτε άλλου είδους κεφαλαίου: στρατολογείται από το κράτος, το οποίο διασφαλίζει ότι η κατανάλωσή του θα είναι πάντα συνδεδεμένη με το κέδρος κάποιου άλλου, και ότι οποιοδήποτε ελεύθερο, ή άσκοπο ξόδεμα σεξουαλικής ενέργειας θα απαγορεύεται.
Πρόκειται για μια καταστροφή εξ αρχής, αφού η σεξουαλική ενέργεια φέρνει απόλαυση μόνο όταν το ξόδεμά της είναι «άσκοπο»: σαν παιχνίδι, σαν πείραμα ή σαν έκφραση καλών αισθημάτων. Το σημερινό «καλό σεξ» ωστόσο, είναι μια αδηφάγα μηχανή κέρδους. Οι τακτικές του ξεκινούν όταν «ευνουχίζεται» το σεξ των νέων παιδιών στο όνομα της οικογενειακής τάξης· συνεχίζουν στην εφηβεία, όταν η σεξουαλική ενέργεια εκτρέπεται, ή «στρατολογείται», με τη βοήθεια της σύγχρονης σεξουαλικής εκπαίδευσης έτσι ώστε οποιοδήποτε σεξ συμβαίνει έξω από την οικογένεια να θεωρείται «διαστροφή» ή παρενόχληση· και, τέλος, κλιμακώνονται στην ενηλικίωση, όπου η παραμόρφωση του σεξουαλικού ενστίκτου δέχεται τις τελικές της πινελιές από τον επιδέξιο μηχανισμό των ενοχών, μέχρι το σεξ να γίνει τελικά μια επένδυση για τα μελλοντικά κέρδη του Κράτους.
Και που θα επενδυθεί αναπόφευκτα η φτωχή, κακοποιημένη ικανότητά μας για οργασμούς; Στην παραγωγή μωρών. Για να συνεχιστεί ο κύκλος!
Ποιος είναι ο Tony Duvert, και ασχολούταν ανέκαθεν με τέτοια ζητήματα; Ναι. Αλλά το Good Sex Illustrated σηματοδοτεί μια στροφή στην λογοτεχνική του παραγωγή. Ένας συγγραφέας με βαθιές ρίζες στο νέο μυθιστόρημα (nouveau roman), κέρδισε το περίφημο Prix Medici για ο μυθιστόρημά του εν έτη 1973, Paysage de fantaisie, ένα χρόνο πριν από την έκδοση αυτού του δοκιμίου. Τα μυθιστορήματα που ακολούθησαν το Good Sex Illustrated δεν ήταν πια πειραματικά όσον αφορά το αφηγηματικό στυλ, φτάνοντας μέχρι και να υιοθετεί μια συμβατική ρεαλιστική (ή «ψευδο-ρεαλιστική», όπως είπε σε μια συνέντευξη) αφηγηματική προσέγγιση. Είναι σαν η εμπειρία της συγγραφής μη μυθοπλαστικών κειμένων, να του έδειξε τη σημασία της έκφρασης των ιδεών του όσο πιο καθαρά ήταν δυνατό, και να κοίταξε πίσω στο πειραματικό παρελθόν του σαν ένα διάλογο με τον εαυτό του. Από τότε και ύστερα, τα γραπτά του θα γίνονταν εξωστρεφή, πιο εμφανώς πολιτικά και πολύ πιο βατά.
Βασικά, η ανάλυση του Duvert για τη σεξουαλική τάξη βρίσκεται σε αντίθεση με τις περισσότερες σημερινές «απελευθερώσεις», σεξουαλικές και του φύλου, εκ των οποίων όλες προσέχουν να σέβονται τη μητρότητα και τη ζωτική κοινωνική σημασία των αξιών της πυρηνικής οικογένειας. Αλλά είναι η ίδια η πυρηνική οικογένεια που, αφού έχει γίνει αντικείμενο εκμετάλλευσης, εκμεταλλεύεται κι αυτή με τη σειρά της, πρώτα μέσω της μητρότητας, και αργότερα μέσω της εξουσίας του πατέρα: στρατολογεί, ευνουχίζει και διαστρεβλώνει το σεξουαλικό ένστικτο του παιδιού σε ένα σκοτεινό όργανο εξουσίας, στο όνομα της προστασίας και της εκπαίδευσης. Το απομονώνει από τον εξωτερικό κόσμο, τον οποίο απεικονίζει σαν φορτωμένο με κινδύνους. Αυτό, ξεκαθαρίζει ο Duvert, είναι το ίδιο σύστημα που κατασκεύασε την ιδέα του ξένου σαν αυτού που παρενοχλεί παιδιά, απλά για να κρατήσει το παιδί μακριά από οποιαδήποτε εξωτερική επίδραση ή επαφή με κάποιον εξω-οικογενειακό ενήλικα που μπορεί να έχει την ευκαιρία να αφαιρέσει το πέπλο της οικογενειακής σαγήνης. Μια τέτοιου είδους επινόηση (και ο Duvert επιμένει ότι πρόκειται για επινόηση τονίζοντας τη στατιστική σπανιότητα των βίαιων παρενοχλήσεων από ξένους, συγκρίνοντας τον κίνδυνο κακού από τέτοιους ανθρώπους σε σχέση με τον πολύ μεγαλύτερο που κρύβεται στο οικογενειακό αυτοκίνητο) χρησιμεύει στο να αποσπά την προσοχή από αυτόν που πραγματικά παρενοχλεί ψυχολογικά τα παιδιά: τον πατέρα.
Ο πατέρας σαν ευνουχιστής και διαιωνιστής του εκμεταλλευτικού καπιταλιστικού συστήματος· η μητέρα σαν παθητική μηχανή παραγωγής μωρών που πλάθει παιδιά μαριονέτες· το παιδί σαν θύμα αμφοτέρων, με το φύλο του να συντρίβεται στο όνομα της τάξης, οι ευκαιρίες του για ελεύθερο ξόδεμα της σεξουαλικής του ενέργειας απαγορευμένες: αυτή είναι η μακάβρια εικόνα που παρουσιάζει ο Duvert, χρησιμοποιώντας σαν δεδομένα τα στοιχεία ενός φιλελεύθερου, χαρωπού γαλλικού σεξουαλικού εγχειριδίου για παιδιά και εφήβους που εκδόθηκε στις αρχές της δεκαετίας του ’70, ένα χρόνο πριν τη συγγραφή του Good Sex Illustrated. Ο Duvert αναλύει αυτό το κείμενο με μια εμμονή που συνορεύει με την έκσταση και χτίζει μια αφήγηση μιας σχεδόν πλήρους σεξουαλικής ερήμωσης. Και επειδή χρησιμοποιεί αυτό το φιλελεύθερο σεξουαλικό εγχειρίδιο για τη μελέτη του, το κείμενό του γίνεται ένα μεγαλειώδες σχέδιο για την κατασκευή της ειρωνείας, την ίδια στιγμή που στο Δυτικό πολιτισμό υποτίθεται ότι η σεξουαλική απελευθέρωση ανθούσε.
Αυτή είναι, πράγματι, η μεγάλη αξία του Good Sex Illustrated: οι κραυγές του χαμού που βγάζει σαν άλλη Κασσάνδρα  εν μέσω εορτασμών για τη σεξουαλική νίκη στην αυγή των σύγχρονων σεξουαλικών ηθών μας, το φτύσιμο στο πρόσωπο των καλών γιατρών, θεραπευτών και δασκάλων τη στιγμή που υποκλίνονται στη «γενιά του έρωτα» και αλληλοσυγχαίρονται για την προθυμία τους να καθοδηγήσουν τα παιδιά μέσα από τον περίπλοκο λαβύρινθο της σεξουαλικής ανάπτυξης. Αυτοί οι καλοί παιδαγωγοί αποκαλύπτονται από τον Duvert σαν ασπόνδυλα που συνεργάζονται· οπότε το δικό μου ερώτημα είναι, υποθέτω, το αν, κάπου τριάντα χρόνια αργότερα, η δηλητηριώδης ανάλυση του Duvert μπορεί να ερμηνευτεί τώρα σαν μια ακριβής, δυσοίωνη πρόβλεψη της σημερινής ζωής, ή αν τα παράπονά του αποδείχτηκαν σαν κάπως άστοχα.
Και τα δύο κατά τη γνώμη μου ισχύουν. Πολύ περισσότερο από, ας πούμε, το 1984 του Orwell, το Good Sex Illustrated, είναι απόκοσμα προφητικό. Και ακριβώς όπως υπονοούσε ο Duvert, πολλοί λίγοι από εμάς τα πιόνια του παιχνιδιού το αντιλαμβανόμαστε. Πάρτε για παράδειγμα, την ανάλυσή του για τον αστό ομοφυλόφιλο, που εύχεται συνεργαζόμενος με τις οικογενειακές αξίες να χτίσει μια καλή γωνιά για τον εαυτό του στην εκμεταλλευτική σεξουαλική τάξη, και ως εκ τούτου τοποθετώντας τον εαυτό του σε μια θέση, απ’ όπου να μπορεί να λάβει λίγη απόλαυση. Τέτοιες συμπεριφορές έχουν φτάσει σε επίπεδα «επιδημίας» στις μέρες μας. Ή η αύξηση στην κατασκευή του ξένου-που-παρενοχλεί-σεξουαλικά σαν αποθήκη για όλες μας τις ανησυχίες σχετικά με το σεξ, σαν μια μάσκα για τη συγκαλυμμένη εκμετάλλευση των άλλων και για να ελέγχουμε, παρά να προστατεύουμε, τη σεξουαλικότητα των παιδιών μας. Ή τη χρήση του άλλοθι των οικογενειακών αξιών εν γένει για να ισχυροποιήσουμε όλο και περισσότερα προνόμια στα χέρια ενός συγκεκριμένου μέρους της μεσαίας τάξης. Από την άλλη - και αυτό είναι θλιβερό - το κομμάτι της επιχειρηματολογίας του Duvert που φαίνεται άστοχο, είναι εκείνο που είναι αισιόδοξο. Έλπιζε πως μέτρα που έθεταν την σεξουαλική επιλογή στα χέρια ανηλίκων σε χώρες όπως η Δανία, όπου η ηλικία της συναίνεσης είχε μόλις μειωθεί στα 14, θα παρήγαγαν τελικά μια γενιά - την επόμενη - που θα είχε απελευθερωθεί από τα δεσμά που διαιωνίζουν τις καταχρήσεις τις σεξουαλικής τάξης.
Οι σημερινοί νεαροί ενήλικες είναι αυτή η γενιά, και σίγουρα επιδεικνύουν μια μεγαλύτερη νωχελικότητα όσον αφορά το σεξ απ’ ότι οι γενιές του παρελθόντος· αλλά είναι τελικά πιο ελεύθεροι; Είναι, μάλλον, μια γενιά απογοητευμένων ηδονιστών, που βρίσκουν μικρή αξία στο να «απελευθερώσουν» την ενέργεια του οργασμού και στο να κατηγορήσουν τους γονείς τους για την σπατάλη της σεξουαλικής ενέργειας και για το ότι την έκαναν επικίνδυνη φορτώνοντάς της νέες ασθένειες. Τελικά, υπάρχουν συγκεκριμένα φαινόμενα που ο Duvert ερμήνευσε ως συμπτώματα της καταπίεσης της σεξουαλικής τάξης, όπως η έλλειψη ενδιαφέροντος για την φυσική κακοποίηση πολύ νέων παιδιών μέσα στο σπίτι τους από τους γονείς· αλλά τώρα που το δημόσιο ενδιαφέρον έχει εστιάσει σ’ αυτά τα προβλήματα, δεν μας έχει φέρει πιο κοντά στην απελευθέρωση από τη σεξουαλική τάξη που ο Duvert περιέγραψε.
Ακόμα κι έτσι, το Good Sex Illustrated θα ‘πρεπε να το εξυμνήσουμε σαν μια από τις πιο ευφυείς αποδομήσεις των συστημάτων της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης. Σε αυτή του τη δυνατότητα, θα ζει η συνάφειά του ως προς το τώρα, για πολλές ακόμα δεκαετίες. Αφού μάθαμε να βλέπουμε το σεξ σαν μια οικονομία, γίνεται υπερβολικά εμφανές το για τίνος το όφελος λειτουργεί αυτή η οικονομία. Αυτή είναι ακόμα μια στιγμή όπου πολλά στοιχεία των ζωών μας που τα θεωρούσαμε αποτελέσματα επιλογών, επανερμηνεύονται ξαφνικά σαν προγραμματισμένα αντανακλαστικά μοντέλα απάντησης που μας εμφυτεύθηκαν μέσω της τιμωρίας, των ψεμάτων και της κατακράτησης ανταμοιβών.
Σχόλια του μεταφραστή:
Τούτων λεχθέντων νομίζω ότι μερικά σύντομα σχόλια για τη μετάφραση αυτού του έργου επιβάλλονται. Σε πολλές περιπτώσεις ζωτικής σημασίας, μια λέξη έχει δύο νοήματα στα Γαλλικά – ένα που έχει να κάνει με την οικονομολογία και ένα άλλο σχετικό με τη συμπεριφορά – που δυστυχώς δεν μπορούσαν να αποδοθούν με αυτή τη διπλή σημασία στα Αγγλικά. Για παράδειγμα, η γαλλική λέξη détournement μπορεί να σημαίνει και την κατάχρηση δημόσιου χρήματος αλλά και την διαφθορά ενός ανηλίκου. Δε με ικανοποιούσαν κάποιες παλαιότερες αγγλικές μεταφράσεις της λέξης ως “detournment”[2] όταν γίνεται αναφορά στο détournement των Καταστασιακών, έτσι έπρεπε να συμβιβαστώ με τη μετάφραση “misappropriation,” η οποία είναι ακατάλληλη, αλλά το πλήρες νόημα της γίνεται εμφανές στο πλαίσιο στο οποίο ο Duvert χρησιμοποιεί αυτή τη λέξη. Ακόμα και μια φαινομενικά ξεκάθαρη γαλλική λέξη όπως το aliéner, που συχνά χρησιμοποιείται από τον Duvert για να περιγράψει τα αποτελέσματα της σεξουαλικής εκπαίδευσης πάνω στη σεξουαλικότητα του νέου ατόμου, είχε και οικονομικές συνυποδηλώσεις σε αυτό το κείμενο γιατί το aliéner un bien σημαίνει «εκκαθάριση/πούλημα ιδιοκτησίας»[3]. Επιπλέον, το consommation μπορεί να σημαίνει είτε “consumption”[4] (ένας οικονομικός όρος) είτε “consummation”[5] (σχετικός με το σεξ και το γάμο), κι έτσι έπρεπε να καταφύγω στη χρήση και των δύο όρων στα αγγλικά, δημιουργώντας μια όσο καλύτερη σύνδεση μεταξύ των δύο μπορούσα. Υπάρχουν καμιά ντουζίνα παραδείγματα ακόμη, και ακόμη και το συνήθως δύσκολο  jouissance (σημαίνει “pleasure,” “orgasm,” “thrill,” “enjoyment” ή κάτι περισσότερο[6]) συνεπαγόταν επιπρόσθετα προβλήματα εξαιτίας του γεγονότος ότι το avoir la jouissance παραπέμπει στην πλήρη χρήση της ιδιοκτησίας κάτω από τα μάτια του νόμου. Η κατασκευή συνδέσεων μεταξύ φαινομενικά ασύνδετων συστημάτων σκέψης είναι μια επιχειρηματολογία μέσω μεταφοράς. Όταν συντηρείται μια τέτοια τεχνική στο βαθμό που αυτό γίνεται στο Good Sex Illustrated, πετάγονται σπίθες, γιατί ένα τελείως καινούριο σύστημα σκέψης δημιουργείται από αυτή τη σύνθεση. Στις περισσότερες περιπτώσεις το αποτέλεσμα είναι η μια όψη της μεταφοράς να γίνεται στάχτη· και σ’ αυτή την περίπτωση, όλες οι υποθέσεις μας για τη σεξουαλική αθωότητα  και διαφθορά, το γάμο, τη γέννηση, την ανατροφή παιδιών και την εκπαίδευση γίνονται καπνός όταν εφαρμόζονται στην καπιταλιστική οικονομολογία. Αυτός είναι ο λόγος που αναφέρθηκα στο Good Sex Illustrated σαν ένα «σχεδόν παραληρηματικό» έργο. Είναι μια άγρια, συνολική επίθεση σε μια από τις πιο οχυρωμένες παραδόσεις μας. Μια ολόκληρη ιδεολογία αποσυναρμολογείται από το μαινόμενο μυαλό του Duvert μέσα από κάθε σκοπιά της σεξουαλικής μα τάξης. Ελπίζω να απολαύσετε τη διαδρομή.
Bruce Benderson
Miami Beach, 2007


[1] Το κείμενο αυτό είναι πρόλογος στην αγγλική έκδοση του βιβλίου Good Sex Illustrated, εκδόσεις Semiotexte, 2008 και είναι γραμμένο από τον μεταφραστή και επιμελητή της έκδοσης Bruce Benderson.
[2] Μεταστροφή
[3] «to dispose of property» στο πρωτότυπο
[4] Κατανάλωση
[5] Τέλεση, ολοκλήρωση γάμου, κονσομασιόν
[6] Απόλαυση, οργασμός, συγκίνηση/ανατριχίλα, ευχαρίστηση

Πηγή: rebelnet.gr

Ο φετιχισμός των ψηφιακών προϊόντων και η κρυμμένη εκμετάλλευση

 
[Η αρχική έκδοση αυτού του δοκιμίου δημοσιεύτηκε στο Giap [4] στις 26 Σεπτεμβρίου 2011, που σημαίνει μερικές μέρες πριν πεθάνει ο Steve Jobs. Η γαλλική έκδοση δημοσιεύτηκε στο Article XI [2] την παραμονή του θανάτου το Jobs. Το κομμάτι είχε δεχτεί ήδη αρκετή προσοχή, αναφορές και σχόλια όταν τα νέα έφτασαν. Παρ' όλ' αυτά, πυροδότησε εμφανώς την ιδιότητά του ως «κρίσιμο» κείμενο όταν το μιντιακό τοπίο είχε γεμίσει με iΠένθος, και συνέχισε να προσελκύει κόσμο δημιουργώντας την περσόνα των «Eργατών του Steve [5]». Η παρούσα αγγλική έκδοση δημιουργήθηκε συλλογικά σε μία σελίδα wiki στην ιστοσελίδα του Mauro Vanetti [6]. Πολλές ευχαριστίες στους Mauro, SandorKrasna και σε όλα τα παιδιά που έβαλαν ένα χεράκι. Αυτή η έκδοση διατηρεί κάποιες επιπρόσθετες μικροεξηγήσεις που έγραψε ο Wu Ming 1 για τους αναγνώστες και τις αναγνώστριες στα γαλλικά. Επίσης προσθέσαμε λίγους επιπλέον συνδέσμους που δεν ήταν στο αρχικό κείμενο αλλά προέκυψαν κατά τη διάρκεια της συζήτησης.]
Την προηγούμενη εβδομάδα, μια πρωινή εφημερίδα της Πενσυλβανίας, η Morning Call, δημοσίευσε μια μακρά και λεπτομερή έρευνα – με τίτλο Μέσα στις αποθήκες της Amazon [7] – σχετικά με τις αποτρόπαιες συνθήκες εργασίες στις αποθήκες της Amazon στην Λίχαϊ Βάλεϊ. Το άρθρο, αποτέλεσμα μηνών συνεντεύξεων και επί τόπου ελέγχων, εξαπλώνεται σε όλο τον κόσμο καθώς έτυχε κάλυψης από τους Times της Νέας Υόρκης και άλλα κυρίαρχα μέσα. Η εικόνα είναι βλοσυρή:
  • ακραία εργασιακή ανασφάλεια, τάση για διαρκή εκβιασμό και έλλειψη δικαιωμάτων
  • απάνθρωπη ρουτίνα εργασίας, με ρυθμό που εν δυνάμει διπλασιάζεται κατά τη διάρκεια της νύχτας (από τα 250 στα 500 κομμάτια την ημέρα, χωρίς προειδοποίηση), σε μια εσωτερική θερμοκρασία άνω των 40 βαθμών Κελσίου, που σε τουλάχιστον μία περίπτωση έφτασε τους 45°C
  • πειθαρχικές κυρώσεις εναντίων εργατών και εργατριών που επιβραδύνουν την παραγωγή ή απλά λιποθυμούν (αναφορά από τις 2 Ιουνίου έκανε λόγο για λιποθυμία 15 εργατών/εργατριών λόγω της ζέστης)
  • «παραδειγματική» άμεση απόλυση, με τον ένοχο να οδηγείται με συνοδεία στην έξοδο μπροστά στα μάτια των συναδέλφων του
Και έχει κι άλλα. Διαβάστε ολόκληρο το άρθρο, αξίζει. Η πρόταση κλειδί ειπώθηκε από έναν πρώην αποθηκάριο της Amazon: «Σκοτώνουν ανθρώπους ψυχολογικά και σωματικά».
Κρίνοντας από τα σχόλια που αναρτήθηκαν στο ίντερνετ, πολύς κόσμος βρέθηκε προ εκπλήξεως, ανακαλύπτοντας για πρώτη φορά ότι η Amazon είναι μια επιχείρηση μεγαθήριο και ο Jeff Bezos είναι ένα αφεντικό που – όπως παραδοσιακά πράττουν τα αφεντικά – αναζητά κέρδη, εις βάρος κάθε σεβασμού σε αξιοπρέπεια, δικαιοσύνη και ασφάλεια.
Όπως θα έπρεπε να είχαμε υποπτευθεί, το «θαύμα» της Amazon (μεγάλες εκπτώσεις, υπερταχεία παράδοση, η «μακριά ουρά»1 – ένας φαινομενικά ατελείωτος κατάλογος) βασίζεται στην εκμετάλλευση της εργατικής δύναμης κάτω από ενοχλητικές, επικίνδυνες, εξευτελιστικές συνθήκες. Ακριβώς όπως το «θαύμα» της Walmart, το «θαύμα» της Fiat του Sergio Marchionne και κάθε άλλο επιχειρηματικό «θαύμα» που τα μέσα μας έχουν σερβίρει τα τελευταία χρόνια.
Όσα έγραψα παραπάνω μπορεί να φαίνονται προφανή, αλλά δεν είναι. Οι αποκαλύψεις αυτές δεν αφορούν μια οποιαδήποτε εταιρία: αφορούν την Amazon, ένα είδος Μεγάλου Φιλικού Γίγαντα που πάντα σκιαγραφείται αβασάνιστα, εγκωμιαστικά και λαϊκιστικά – ακόμη και στην Ιταλία.
Η Morning Call έλυσε το ξόρκι. Μέχρι πριν από μερικές μέρες, με λίγες εξαιρέσεις, τα μέσα (και οι οι ίδιοι οι καταναλωτές) αποδέχονταν την προπαγάνδα της Amazon όπως τους σερβίρονταν, χωρίς κάποια υπόνοια αμφιβολίας. Από εδώ και στο εξής, πιθανώς θα υπάρχει περισσότερος έλεγχος για το τι ισχύει, οι παραδοχές θα αξιολογούνται όπως πρέπει και πιθανές μπλόφες θα αποκαλύπτονται. Με την κρίση να χειροτερεύει, οι τάξεις των δύσπιστων φαίνεται να πληθαίνουν.
Το πρόβλημα των πολυεθνικών εταιριών, που γίνονται αντιληπτές ως «λιγότερο επιχειρηματικές», «πιο κουλ» και ηθικά –σχεδόν πνευματικά– καλύτερες από άλλες, αφορά κυρίως εταιρίες που είναι τόσο στενά συνδεδεμένες με το ίντερνετ, που ταυτοποιούνται με το δίκτυο αυτό καθ' αυτό. Μια άλλη τυπική περίπτωση είναι η Apple.
iPhone, iPad, youDie
Η FoxConn είναι μια επιχείρηση στης οποίας τα κινέζικα εργοστάσια κατασκευάζονται πολλές ψηφιακές συσκευές, μεταξύ των οποίων τα iPad, τα iPhones και τα iPods. Πέρυσι, ένα κύμα αυτοκτονιών στους εργάτες της Foxconn προκάλεσε για λίγο αίσθηση σε όλον τον κόσμο, προτού συγκαλυφθεί πλήρως. Στην πραγματικότητα, οι αυτοκτονίες ξεκίνησαν το 2007 και το φαινόμενο δεν έχει πάψει (η τελευταία επιβεβαιωμένη αυτοκτονία χρονολογείται τον περασμένο Μάιο, ενώ λέγεται ότι ένας άλλος εργάτης έβαλε τέλος στη ζωή του τον Ιούλιο). Συνολικά, περίπου είκοσι υπάλληλοι έχουν αυτοκτονήσει. Διάφορες έρευνες και αναφορές ανέφεραν ως αιτίες τον αφόρητο ρυθμό εργασίας, την απουσία ανθρώπινων σχέσεων στο χώρο εργασίας και την ψυχολογική πίεση από τη διοίκηση.
Μερικές φορές τα πράγματα προχώρησαν πέρα από την ψυχολογική πίεση: στις 16 Ιουλίου 2008, ένας 25χρονος υπάλληλος με το όνομα Σαν Ντανιόνγκ [8] χτυπήθηκε από μια ομάδα σεκιούριτι της εταιρίας [κάτι που δεν αποτελεί εξαίρεση, αν κρίνουμε από αυτό το βίντεο [9]] και πήδηξε από μια οροφή αμέσως μετά. Είχε θεωρηθεί ύποπτος για την απώλεια ή την κλοπή ενός πρωτότυπου μοντέλου iPhone.
Τι είδους λύση βρήκε η Foxconn προκειμένου να εμποδίσει περαιτέρω τραγικά γεγονότα; Ε, λοιπόν,εγκατέστησαν αντι-αυτοκτονικά δίχτυα [10], για παράδειγμα.
[Για εις βάθος έρευνα στο θέμα, συνιστώ την αναφορά της SACOM Εργάτες σαν Μηχανές: Στρατιωτική Διοίκηση στην Foxconn [11], τους υπερσυνδέσμους που έχουν συλλεχθεί στην  σελίδα της Wikipedia [12]και το βίντεο Αποδομώντας τη Foxconn [13]].[1]

Τέτοια παρασκηνιακά δεδομένα για τον κόσμο της Apple δεν τυγχάνουν πολλής προσοχής, σε σχέση με νέα όπως ο θάνατος του Στιβ Τζομπς ή ψευτογεγονότα όπως τα εγκαίνια στην οδό Rizzoli, στο κέντρο της Μπολόνια, του μεγαλύτερου καταστήματος Apple στην Ιταλία [14]. Σε αυτήν την περίπτωση, πολύς κόσμος πέρασε τη νύχτα μπροστά από το κατάστημα, προκειμένου να μπει από τους πρώτους στον Ναό. Αυτός ο κόσμος αγνοεί την περιπλοκή εργασίας και θανάτου, η οποία κινείται ενάντια στο ρεύμα της φίρμας που προσκυνούν. Το να χωροθετείς τη μεγαλύτερη δυνατή απόσταση ανάμεσα σε αυτά που πηγαίνουν ενάντια στο ρεύμα και αυτά που πηγαίνουν με το ρεύμα, είναι η πλέον τέλεια ιδεολογική λειτουργία υπό τον καπιταλισμό.

Φετιχισμός, Υποδούλωση, Απελευθέρωση
Όποτε μιλάμε για το ίντερνετ, τη «μυθολογική μηχανή» στις κουβέντες μας – με τη στήριξη της ιδεολογίας που αναπνέουμε κάθε μέρα, είτε μας αρέσει είτε όχι – αναπαράγει έναν μύθο: την ιδέα της τεχνολογίας ως μιας αυτόνομης δύναμης, ενός υποκειμένου με το δικό του πνεύμα, μιας πραγματικότητας που αναπτύσσεται από μόνη της, αυθόρμητα και τελειολογικά. Κάποιος είχε μέχρι και την εξαιρετική ιδέα να αποδοθεί το βραβείο Νόμπελ Ειρήνης στο ίντερνετ (το οποίο, απλώς όπως κάθε άλλη υποδομή και δίκτυο, μπορεί να χρησιμοποιηθεί για κάθε σκοπό, συμπεριλαμβανομένου και του πολέμου).
Αυτή η ρητορική συγκαλύπτει τις σχέσεις τάξης, ιδιοκτησίας και παραγωγής: μπορούμε να δούμε μόνο τα φετίχ τους. Να γιατί οι σελίδες του Καρλ Μαρξ αφιερωμένες στο φετιχισμό των προϊόντων είναι ακόμη χρήσιμες (τα πλάγια γράμματα δικά μου).
«Υπάρχει μια σαφής κοινωνική σχέση μεταξύ των ανθρώπων, η οποία υποθέτει, στα μάτια τους, την επίφαση των σχέσεων μεταξύ πραγμάτων».
«Επίφαση των σχέσεων μεταξύ πραγμάτων». Όπως οι υπολογιστές είναι διασυνδεδεμένοι σχηματίζοντας τον ιστό. Πίσω από τη φαντασμαγορία του ίντερνετ βρίσκεται ένα σύνολο σαφών κοινωνικών σχέσεων και ο Μαρξ εννοεί σχέσεις παραγωγής, σχέσεις εκμετάλλευσης. Η ρητορική του δικτύου κρύβει αυτές τις σχέσεις. Είναι όντως δυνατό να μιλάμε για το ίντερνετ για ώρες, μέρες, μήνες, αγγίζοντας μόνο οριακά το θέμα σε ποιον ανήκει, ποιος έχει πραγματικά τον έλεγχο των κόμβων, της υποδομής, του υλικού. Πολύ λιγότερο γίνεται συζήτηση για την πυραμίδα της εργασίας – συμπεριλαμβανομένης της δουλικής εργασίας – που είναι ενσωματωμένη στις συσκευές που χρησιμοποιούμε (υπολογιστές, smartphone, e-readers κλπ) και ως αποτέλεσμα στο ίντερνετ το ίδιο.
Κάθε μέρα, επιχειρήσεις απαλλοτριώνουν κοινωνικό πλούτο στο δίκτυο και καταπιέζουν παρασκηνιακά την εργατική τάξη σε κάθε γωνιά της Γης. Παρ' όλ' αυτά θεωρούνται λιγότερο «εμπορικές» από άλλες.
Μέχρι να συνειδητοποιήσουμε ότι η Apple είναι σαν την Monsanto, ότι η Google είναι σαν τη Novartis, ότι το να παινεύεις μια εταιρία είναι η πιο τοξική ρητορική που θα μπορούσες να επιλέξεις, είτε ασχολούμαστε με την Google, Fiat, Facebook, Disney ή τη Nestlé – μέχρι να το συνειδητοποιήσουμε αυτό, θα παραμείνουμε στο δίχτυ σαν ψάρια.
[Ας ξεκαθαρίσω τα πράγματα: έχω όντως Mac και μ' αυτό δουλεύω καλά. Έχω επίσης ένα iPod, ένα smartphone με Android και ένα Kindle. Η δουλειά μου απαιτεί να γνωρίζω και να ερευνώ τους τρόπους με τους οποίους μοιράζεται ο πολιτισμός και χρησιμοποιείται το δίκτυο. Όπως θα εξηγήσω στη συνέχεια, αυτό το δοκίμιο δεν εστιάζει στη συμπεριφορά του μεμονωμένου καταναλωτή, της μεμονωμένης καταναλώτριας – συμπεριφορά πάνω στην οποία έχει χτιστεί μια εκτρέπουσα ρητορική τα τελευταία χρόνια – ούτε υπαινίσσεται οποιαδήποτε κατηγορία εναντίου αυτού ή αυτής για ηθική «ασυναρτησία». Αυτό που συζητώ εδώ είναι η ανάγκη της σύνδεσης του ηλεκτρονικού ακτιβισμού με τους αγώνες που λαμβάνουν χώρα ενάντια στο ρεύμα, κατά τη φάση παραγωγής του υλικού.]
Εξαιτίας του φετιχισμού του δικτύου, ο προβολέας πέφτει πάντα στις πρακτικές της απελευθέρωσης που διακατέχουν το ίντερνετ – δηλαδή πρακτικές σαν αυτές στις οποίες εμείς στο Wu Ming έχουμε αφιερώσει χρήμα και προσπάθεια για είκοσι χρόνια-, οι οποίες περιγράφονται κατ' έθιμο ως ο κανόνας. Με αυτόν το τρόπο, ο κόσμος απορρίπτει ως εξαιρέσεις όλες τις πρακτικές υποδούλωσης, π.χ. τη χρήση του δικτύου για την εκμετάλλευση ή τη χαμηλή πληρωμή πνευματικής εργασίας, για τον έλεγχο και τη σύλληψη ανθρώπων (δείτε τι έγινε μετά τις πρόσφατες βίαιες ταραχές στη Βρετανία[15]), την επιβολή νέων ειδώλων και φετίχ, την εξάπλωση της κυρίαρχης ιδεολογίας, την επιβολή του ίδιου οικονομικού καπιταλισμού που μας καταστρέφει.
Στο δίκτυο, οι πρακτικές υποδούλωσης είναι ο κανόνας όσο και οι άλλες. Στην πραγματικότητα, αν θέλουμε να ασκήσουμε κριτική, θα έπρεπε να τις θεωρήσουμε ως κανόνα περισσότερο από τις άλλες, αν λάβουμε υπόψη μας τη γένεση του ίντερνετ, το οποίο ήταν η εξέλιξη του ARPAnet, ενός στρατιωτικού δικτύου υπολογιστών.
Το ερώτημα δεν είναι αν το δίκτυο παράγει ελευθερία ή υποδούλωση: από τη δημιουργία του, παράγει και τα δύο. Αυτό είναι η διαλεκτική του δικτύου, ο ένας παράγοντας πάει πάντα μαζί με τον άλλο, επειδή το δίκτυο είναι η μορφή που έχει πάρει στις μέρες μας ο καπιταλισμός, και ο καπιταλισμός από μόνος του είναι η αντίφαση σε διεργασία. Ο καπιταλισμός αναπτύχθηκε απελευθερώνοντας το άτομο από τα παλιά φευδαρχικά δεσμά και επιβάλλοντας την ίδια στιγμή νέα είδη υποδούλωσης (στον ελεγχόμενο χρόνο του εργοστασίου, στην παραγωγή υπεραξίας κτλ). Κάτω από τον καπιταλισμό, τα πάντα λειτουργούν έτσι: η κατανάλωση απελευθερώνει και σκλαβώνει, φέρνει απελευθέρωση που είναι ταυτόχρονα μια νέα υποδούλωση και ο κύκλος ξαναρχίζει σε ψηλότερο επίπεδο.

Η αιολόσφαιρα του Ήρωνα
Κατά συνέπεια, ο αγώνας θα έπρεπε να επικεντρωθεί στο να ενισχύσει τις πρακτικές της απελευθέρωσης, ώστε αυτές να αντιπαρατεθούν ενάντια στις πρακτικές της υποδούλωσης. Αυτό μπορεί να γίνει μόνο αν σταματήσουμε να θεωρούμε την τεχνολογία ως μία αυτόνομη δύναμη και να συνειδητοποιήσουμε ότι έχει καλουπωθεί και οδηγηθεί από σχέσεις ιδιοκτησίας, σχέσεις εξουσίας και σχέσεις παραγωγής.
Αν η τεχνολογία μπορούσε να αναπτυχθεί έξω από αυτές τις σχέσεις, απλά και μόνο χάρη στην καινοτομίατης, η ατμομηχανή θα είχε υιοθετηθεί τον 1ο αιώνα μ.Χ., όταν ο Ήρωνας της Αλεξάνδρειας εφηύρε την αιολόσφαιρα [16] – αλλά ο αρχαίος τρόπος παραγωγής δεν χρειάζονταν μηχανές, αφού όλη η απαραίτητη εργατική δύναμη παρέχονταν από τους σκλάβους και κανείς δεν μπορούσε ή δεν ήθελε να φανταστεί κάποια συγκεκριμένη εξέλιξη αυτής της εφεύρεσης.
Φετιχοποιώντας την τεχνολογία ως μια αυτόνομη δύναμη, παραμένουμε παγιδευμένοι μέσα στο παλιό ενοιολογικό πλαίσιο «Κήνσορες και θεράποντες»2. Αν κάνεις το οποιοδήποτε κριτικό σχόλιο σχετικά με το δίκτυο, ο «θεράπων» θα σε θεωρήσει λανθασμένα ως «κήνσορα» και θα σε κατηγορήσει για ασυνέπεια ή/και σκοταδισμό. Η πρώτη κατηγορία επανέρχεται με φράσεις όπως: «Εσύ δεν χρησιμοποιείς υπολογιστή αυτή τη στιγμή;», «Δεν αγοράζεις κι εσύ βιβλία από το Amazon;», «Έχεις κι εσύ smartphone!» κ.ο.κ.. Η τελευταία εκφράζεται με τη μορφή άχρηστων κηρυγμάτων του τύπου: «Προσπάθησε να φανταστείς έναν κόσμο χωρίς το ίντερνετ...».
Από την άλλη, κάθε επιχείρημα σχετικά με τις θετικές πλευρές του δικτύου θα το υποδεχτεί ο «κήνσορας» ως ένα κομμάτι δουλικής «θεράπουσας» προπαγάνδας.
Ας θυμόμαστε πάντα των Ήρωνα της Αλεξάνδρειας. Η ιστορία του μας διδάσκει ότι όποτε κάνουμε λόγο για τεχνολογία (και για το ίντερνετ συγκεκριμένα), στην πραγματικότητα κάνουμε λόγο για κάτι άλλο, δηλαδή τις κοινωνικές σχέσεις.
Ας ρωτήσουμε ξανά λοιπόν: ποιοι είναι τα αφεντικά του δικτύου; Και ποιοι οι εκμεταλλευόμενοι του Δικτύου και εκμεταλλευόμενοι από το Δίκτυο;
Δεν είναι τόσο δύσκολο να το ανακαλύψουμε: αρκεί να διαβάσουμε τους «Όρους χρήσης» των κοινωνικών δικτύων που χρησιμοποιεί, να διαβάσουμε επίσης τις άδειες του λογισμικού που έχει στον υπολογιστή του/της, να εντοπίσουμε την “Ουδετερότητα του Δικτύου” [17] σε μια μηχανή αναζήτησης και, πάνω από όλα, να θυμόμαστε ιστορίες όπως αυτές των αποθηκών της Amazon και των εργοστασίων της Foxconn.
Μόνο με αυτόν τον τρόπο, πιστεύω, θα αποφύγουμε βλακείες όπως η καμπάνια «το Ίντερνετ για την Ειρήνη» ή το απαίσιο, «αμυδρά» ολοκληρωτικό σενάριο που προεικονίζεται στο κακόφημο βίντεο τωνCasalegio και Associati Gaia: Tο Μέλλον της Πολιτικής [18].
Ας μην ξεγελιόμαστε: μόνο βίαιες συγκρούσεις θα αποφασίσουν αν η εξέλιξη του δικτύου θα επιβάλει την υπεροχή των πρακτικών της απελευθέρωσης απέναντι σε αυτές της υποταγής, ή το αντίστροφο.

Όλη η (σκατο)δουλειά ενσωματωμένη σε ένα tablet
Τελευταία, εκείνοι που θεωρούσαν ξεπερασμένη στο σύγχρονο καπιταλισμό την εργατική θεωρία του Μαρξ για την αξία, αναφέρονται στο iPad ως παράδειγμα: η σωματική εργασία που εξασκείται από εργάτες εργοστασίου προκειμένου να συναρμολογηθεί ένα tablet, εξηγούν, δεν είναι μεγάλη υπόθεση, και η αξία του tablet εξαρτάται κυρίως από το λογισμικό και τις εφαρμογές που τρέχουν σε αυτό, κατά συνέπεια στηδιανοητική, γνωσιακή εργασία εφεύρεσης και ανάπτυξης. Αυτή η εργασία είναι άπιαστη, μη μετρήσιμη με όρους εργατοωρών.
Αυτό υποτίθεται ότι θέτει σε αμφιβολία την άποψη του Μαρξ ότι – θέτοντάς το πρόχειρα – η αξία ενός προϊόντος δίνεται από το πόση εργασία ενσωματώνει, ή, ακριβέστερα, από τον εργατοχρόνο που είναικοινωνικά απαραίτητος για να το παράγει. (Λέγοντας «κοινωνικά απαραίτητο χρόνο» ο Μαρξ εννοεί το μέσο χρόνο που ξοδεύεται από τους παραγωγούς ενός συγκεκριμένου προϊόντος σε ένα δεδομένο στάδιο καπιταλιστικής ανάπτυξης).
Δεν είμαι ειδικός στην πολιτική οικονομία, αλλά μου φαίνεται ότι είναι δυο συνυπάρχοντα επίπεδα. Ίσως η εργατική θεωρία περί αξίας αποδομείται πολύ βιαστικά. Πιστεύω ότι το κύριο νόημα (ο «φιλοσοφικός» και πολύ συγκεκριμένος πυρήνας) ισχύει ακόμη, παρά τις μεταβαλλόμενες συνθήκες.
Σήμερα, η εργασία είναι πολύ πιο κοινωνικοποιημένη από ότι στις μέρες του Μαρξ και η παραγωγική διαδικασία είναι πολύ πιο περίπλοκη (και ο καπιταλισμός βρίσκεται υπό τη συνθήκη εξωτερικών, περιβαλλοντικών περιορισμών). Και πάλι, εκείνοι που δίνουν αυτό το παράδειγμα κονταίνουν τον κύκλο και απομονώνουν την πράξη της συναρμολόγησης ενός μεμονωμένου iPad. Μου φαίνεται σοβαρό μεθοδολογικό λάθος.
Θα έπρεπε να λάβουμε υπόψη μας τον όγκο της εργασίας σε ολόκληρο τον κύκλο παραγωγής μιαςολόκληρης παρτίδας από tablet (ή φορητών υπολογιστών, smartphone, e-reader, ή οτιδήποτε). Όπως σωστά είπε ο Tuco [19] στο φόρουμ συζητήσεων όπου άρχισε να σχηματίζεται αυτό το δοκίμιο:
«Ένα από τα βασικά σημεία είναι ότι ολόκληρο το επινόημα δεν μπορεί να τεθεί σε κίνηση για να παράγει εκατό iPad. Θα πρέπει να φτιάξεις τουλάχιστον εκατό εκατομμύρια. Σε πρώτη όψη θα έμοιαζε σαν η πνευματική εργασία που απαιτείται για να αναπτυχθεί το λογισμικό του iPad να παράγει αξία από μόνη της, ανεξάρτητα από το υπόλοιπο κύκλο παραγωγής. Αλλά αυτό θα υπονοούσε ότι η αξία που παράγεται από την πνευματική αυτή εργασία είναι ανεξάρτητη από τον αριθμό των iPad που παράγονται. Δεν είναι έτσι στην πραγματικότητα. Αν δεν ήταν κομμάτι ενός κύκλου που περιλαμβάνει την παραγωγή ενός εκατομμυρίων iPad με φορντιστικές μεθόδους, αυτή η πνευματική εργασία δεν θα παρήγαγε καθόλου αξία.»
Αφού διασαφηνίστηκε αυτό το σημείο, σχετικά με το πόση εργασία ενσωματώνεται σε ένα tablet, μπορεί κανείς:
  • να ξεκινήσει από την απόκτηση βασικών υλών όπως το λίθιο. Χωρίς λίθιο δεν θα υπήρχαν επαναφορτιζόμενες μπαταρίες στα γκάτζετ μας. Δεν υπάρχει στη φύση σε «καθαρή» μορφή και η διαδικασία παραγωγής της είναι δαπανηρή κι έχει επιπτώσεις στο περιβάλλον. (Παρεμπιπτόντως, 70% των παγκόσμιων αποθεμάτων λιθίου βρίσκονται στον πυθμένα των βολιβιανών αλμυρών λιμνών και η βολιβιανή κυβέρνηση δεν σκοπεύει να τα ξεπουλήσει. Εκτός από γεωπολιτικά ζητήματα, μέχρι και σεισμοί συμβάλλουν στο χάος [20]. Αυτό το πρώτο στάδιο του κύκλου είναι δεδομένο ότι θα γίνει πιο πολύπλοκο και θα απαιτεί όλο και περισσότερη εργασία)·
  • να λάβει υπόψιν την εργασία (και τις υφιστάμενες βλάβες) όσων εργάζονται στην πετροχημική βιομηχανία παράγοντας τα απαραίτητα πολυμερή·
  • να λάβει υπόψιν την (αναξιοπρεπή, βλαβερή, σχεδόν απάνθρωπη) εργασία εκείνων που «εναποθέτουν» τα κουφάρια των laptop και των tablet σε κάποια αφρικανική χωματερή[21]. Με το να είναι προϊόντα που παλιώνουν τόσο γρήγορα, και συγκεκριμένα προϊόντα των οποίων η παλαίωση είναι προγραμματισμένη, αυτή η εργασία είναι ήδη ενσωματωμένη σε αυτά από την αρχή του κύκλου.
Λαμβάνοντας όλα αυτά υπόψιν, θα παρατηρήσουμε ότι μια παρτίδα iPad πράγματι ενσωματώνει μια μεγάλη ποσότητα εργασίας (σκατοδουλειά, υπό διαρκή εκμετάλλευση, κακοπληρωμένη, τοξικά βιοποριστική) και μια μεγάλη ποσότητα εργάσιμου χρόνου. Χωρίς αμφιβολία, το τελευταίο είναι κοινωνικά απαραίτητος εργάσιμος χρόνος: σήμερα αυτά είναι τα μόνα iPad που παράγονται.
Χωρίς αυτήν την εργασία, ο εφαρμοζόμενος γενικός νους, ο οποίος δημιουργεί και αναβαθμίζει λογισμικό, απλώς δεν θα μπορούσε να υπάρχει. Κατά συνέπεια, δεν θα μπορούσε να παράγει καμία αξία. Για να φτιαχτεί ένα τραπέζι απαιτείται ένα δέντρο και για να φτιαχτεί ένα tablet απαιτείται ένας εργοστασιακός εργάτης – και ένας μεταλλωρύχος πιο πριν, κ.τ.λ.. Χωρίς εργοστασιακούς εργάτες και την εργασία τους, δεν θα υπήρχε αξιοποίηση των ψηφιακών προϊόντων, δεν θα ήταν δυνατή η αποτίμηση των χρηματιστηριακών μετοχών της Apple. Οι μέτοχοι και οι επενδυτές εμπιστεύονται την Apple επειδή αναπτύσσει, εμπλουτίζει και πουλά υλικό και γκάτζετ και μερικές φορές χτυπάει λανσάροντας ένα νέο «στολίδι» στην αγορά – και ποιος φτιάχνει το στολίδι;
Δεν ξέρω αν το ακριβές μέτρημα με όρους εργατοωρών είναι ακόμη εφικτό. Ας το ξαναπώ: δεν είμαι πολιτικός οικονομολόγος. Αυτό που ξέρω είναι ότι όταν πετάμε στα σκουπίδια ένα πλήρως λειτουργικό κινητό τηλέφωνο επειδή ένα καινούριο μοντέλο μπορεί να κάνει περισσότερα, πετάμε στα σκουπίδια ένα γερό κομμάτι ζωής και βιοπάλης μιας μεγάλης μάζας εργατών, που είναι συχνά κακοπληρωμένοι κι έχουν φάει και μια ξυλιά στον πισινό στα πλαίσια της διαπραγμάτευσης.

Συλλογική Νοημοσύνη, Αόρατη Εργασία και Κοινωνικά Δίκτυα
Αυτό που προσπαθώ να εξηγήσω το έχει ήδη πραγματευτεί ο Μαρξ στο Ανέκδοτο Έκτο Κεφάλαιο [22] τουΚεφαλαίου. Το απόσπασμα είναι εξαιρετικά πυκνογραμμένο, δεδομένου ότι ποτέ δεν πέρασε από επεξεργασία για να εκδοθεί (τα πλάγια γράμματα και η υπογράμμιση δικά μου):
«Οι κοινωνικές παραγωγικές δυνάμεις της εργασίας, ή οι παραγωγικές δυνάμεις της άμεσα κοινωνικής, κοινωνικοποιημένης (κοινής) εργασίας, αναπτύσσονται μέσω της συνεργασίας, μέσω του μοιράσματος της εργασίας σε ένα εργαστήριο, τη χρήση μηχανημάτων και γενικά μέσω του μετασχηματισμού της παραγωγικής διαδικασίας σε μια συνειδητή εφαρμογή των φυσικών επιστημών, της μηχανικής, της χημείας, κ.τ.λ., για συγκεκριμένους σκοπούς, τεχνολογία, κ.ά., καθώς και μέσω της εργασίας σε μεγάλη κλίμακα, η οποία ανταποκρίνεται σε όλες αυτές τις εξελίξεις [...]. Αυτή η ανάπτυξη της παραγωγικής δύναμης τηςκοινωνικοποιημένης εργασίας, σε αντίθεση με την είτε λιγότερο είτε περισσότερο απομονωμένη εργασία του ενός ατόμου, κ.τ.λ., και, παράλληλα με αυτήν, η εφαρμογή της επιστήμης, αυτού του γενικού προϊόντοςκοινωνικής ανάπτυξης, στην άμεση διαδικασία παραγωγής, έχει την εμφάνιση μιας παραγωγικής δύναμης του κεφαλαίου, όχι της εργασίας, ή εμφανίζεται μόνο ως η παραγωγική διαδικασία της εργασίας στο μέτρο που η τελευταία είναι όμοια με το κεφάλαιο, και σε καμιά περίπτωση δεν εμφανίζεται ως η παραγωγική δύναμη είτε του μεμονωμένου εργάτη ή των εργατών μαζί συνδυαστικά στην παραγωγική διαδικασία. Ο μυστικισμός που υπάρχει γενικώς στη σχέση του κεφαλαίου είναι πλέον πολύ πιο ανεπτυγμένος από ό,τι ήταν, ή από ό,τι θα μπορούσε να είναι, στην περίπτωση που η εργασία θα περιλαμβάνονταν απλώς επισήμως στο κεφάλαιο».

Εν συντομία, ο Μαρξ λέει ότι:
  • η συλλογική, συνεργατική φύση της εργασίας είναι πραγματικά υποταγμένη (ο όρος καμιά φορά μεταφράζεται και ως «υπαγόμενη») στο κεφάλαιο – που σημαίνει ότι είναι μια συγκεκριμένησυλλογική φύση που δεν υπήρχε πριν τον καπιταλισμό.
Η «πραγματική υποταγή» της εργασίας κάτω από το κεφάλαιο τίθεται από τον Μαρξ απέναντι στην «επίσημη υπαγωγή», η οποία ήταν τυπική στην αυγή του καπιταλισμού, όταν το κεφάλαιο υπέτασσε προϋπάρχοντα είδη εργασίας: χειροτεχνία, διαδικασίες αγροτικής εργασίας, κ.τ.λ..
«Πραγματική υποταγή» (ή «υπαγωγή») σημαίνει ότι το κεφάλαιο μετατρέπει σε παραγωγική δύναμη μια κοινωνική συνεργασία που δεν προϋπήρχε αυτού, επειδή οι εργάτες, η μισθωτή εργασία, οι μηχανές και οι νέοι τρόποι μεταφοράς και διανομής δεν υπήρχαν πριν το καπιταλισμό·
  • όσο πιο προηγμένη είναι η παραγωγική διαδικασία (χάρη στην εφαρμογή της επιστήμης και της τεχνολογίας) τόσο πιο μυστικιστική είναι η απεικόνιση της παραγωγικής συνεργασίας.

Ας δούμε τώρα κάποια σημερινά παραδείγματα αυτής της διατύπωσης: η παραγωγή έννοιας και σχέσεων στο ίντερνετ δεν θεωρείται ως παραγωγική δύναμη συνεργαζόμενων εργατών· ούτε επιτρέπει η κυρίαρχη ιδεολογία να αναγνωριστεί η εργασία ενός μεμονωμένου ατόμου. Όλη αυτή η παραγωγή αποδίδεται δόλια, μυθολογικά στο κεφάλαιο το ίδιο, στο «επιχειρηματικό πνεύμα», στην υποτιθέμενη διάνοια του καπιταλιστή, κ.τ.λ.. Για παράδειγμα, λέγεται συχνά ότι το Facebook υπάρχει χάρη στη διορατικότητα τουMark Zuckerberg μπλα μπλα μπλα.
Τέτοια παραγωγή έννοιας θεωρείται συχνά, όπως λέει ο Μαρξ, «παραγωγική δύναμη της εργασίας, στο μέτρο που [αυτή] είναι όμοια με το κεφάλαιο». Ας μεταφράσουμε και ας εφαρμόσουμε αυτήν την αρχή: η εκμετάλλευση κρύβεται πίσω από την εμφάνιση μια αυτόνομης, μη υποταγμένης εργασίας που επαφίεται στην ανεξάρτητη επιχειρηματικότητα και στις ελεύθερες συμφωνίες – ακόμη κι αν ένα σημαντικό τμήμα του περιεχομένου του ιστού παράγεται από την υποταγμένη εργασία με το κομμάτι από διάφορους «συγγραφείς-φαντάσματα», που προσλαμβάνονται από εταιρίες όπως η Odesk.com [23].
Υπάρχει πραγματικά αυτό που ο Μαρξ ονομάζει “Geimeinwesen” – δηλαδή η τάση των ανθρώπων να συνεργάζονται και να είναι μέρος μιας κοινότητας; Ναι, πράγματι. Είναι πάντα επικίνδυνο να χρησιμοποιεί κανείς τέτοιους όρους, αλλά αν υπάρχει ένα «ανθρωπολογικό παγκόσμιο», είναι σίγουρα αυτό. Ως «κοινωνικό ζώο» (“Compagnevole animale”) μεταφράζει ο Δάντης το «Ζῶον πολιτικὸν» του Αριστοτέλη – και οι νευροεπιστήμες αποδεικνύουν ότι είμαστε καλωδιωμένοι για το “Gemeinwesen” (ανακάλυψηκαθρεφτιζόμενων νευρώνων, κ.τ.λ.).
Κανένας τρόπος παραγωγής δεν έχει «υπαγάγει» και «καταστήσει παραγωγική» την ανθρώπινη τάση για συνεργασία με τόση δύναμη όσο ο καπιταλισμός.
Το καλύτερο παράδειγμα αυτής της υποταγμένης συνεργασίας – και την ίδια στιγμή μιας αόρατης εργασίας που δεν γίνεται αντιληπτή ως τέτοια – παρέχεται από τα κοινωνικά δίκτυα.
Θα χρησιμοποιήσω το Facebook ως παράδειγμα. Αυτό δεν σημαίνει ότι τα άλλα κοινωνικά δίκτυα είναι «λιγότερο σατανικά». Ο λόγος που εστιάζω στο Facebook οφείλεται στο ότι είναι η μεγαλύτερη, η πιο ενδοτική και (όπως δείχνει το τελευταίο κύμα νέων επιλογών και πρόσθετων λειτουργιών [24]) η πιο συγκεντρωτική, πειστική και επεκτατική σελίδα κοινωνικής δικτύωσης στον ιστό. Μοιάζει σαν το Facebook να θέλει να εγκολπώσει ολόκληρο το δίκτυο για να το αντικαταστήσει. Είναι η ιστοσελίδα κοινωνικής δικτύωσης – εκπρόσωπος του είδους και κατά συνέπεια ενδείκνυται ως το πλέον ξεκάθαρο παράδειγμα.
Είσαι ένα από τα 700 και κάτι εκατομμύρια άτομα που χρησιμοποιούν το Facebook; Λοιπόν, αυτό σημαίνει ότι παράγεις περιεχόμενο για το δίκτυο κάθε μέρα: κάθε είδους περιεχόμενο, συμπεριλαμβανομένωνσυναισθημάτων και σχέσεων. Είσαι κομμάτι του γενικού νου του Facebook. Εν συντομία, το Facebook υπάρχει και λειτουργεί χάρη σε όλους τους ανθρώπους σαν εσένα. Τι είναι το Facebook, αν όχι μια μάζα συλλογικής νοημοσύνης που δεν παράγεται από τους Zuckerberg και Σία, αλλά από τους χρήστες;
Στην πραγματικότητα, εργάζεσαι στο Facebook. Δεν το αντιλαμβάνεσαι, αλλά εργάζεσαι. Εργάζεσαι και δεν κερδίζεις – άλλοι βγάζουν χρήματα με τη δουλειά σου.

Αυτό που αποδεικνύεται χρήσιμο είναι η μαρξική έννοια της «πλεονάζουσας εργασίας». Δεν είναι δυσνόητη σαν έννοια: είναι κομμάτι δουλειάς που, παρότι παράγει αξία, δεν μετατρέπεται σε μισθό αλλά σε κέρδος για τον κεφαλαιοκράτη, καθώς στον τελευταίο ανήκουν τα μέσα παραγωγής.
Αν υπάρχει κέρδος, σημαίνει ότι έχει υπάρξει πλεονάζουσα εργασία. Αλλιώς, αν όλη η εργασία πληρώνονταν σύμφωνα με την αξία που δημιουργεί – ε, λοιπόν, αυτό θα ήταν κομμουνισμός, μια κοινωνία χωρίς τάξεις. Είναι προφανές ότι ο κεφαλαιοκράτης πρέπει να πληρώσει τους εργάτες λιγότερο από το άθροισμα που κερδίζει με την πώληση των προϊόντων. Αυτό σημαίνει «κέρδος» – είναι το να πληρώνονται οι εργάτες λιγότερο από την πραγματική αξία της εργασίας τους.
Για πολλούς λόγους, ο κεφαλαιοκράτης μπορεί να μην είναι σε θέση να πουλήσει αυτά τα προϊόντα και να έχει κέρδη. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι οι εργάτες δεν έχουν παράσχει πλεονάζουσα εργασία. Ολόκληρη η καπιταλιστική κοινωνία βασίζεται στην πλεονάζουσα αξία και την πλεονάζουσα εργασία.
Ολόκληρη η εργασία σου είναι πλεονάζουσα εργασία στο Facebook, επειδή δεν πληρώνεσαι. Κάθε μέρα ο Zuckerber πουλάει την πλεονάζουσα εργασία σου – σαν να λέμε πουλάει τη ζωή σου (τα ευαίσθητα δεδομένα, τις συνήθειες πλοήγησής σου, κ.τ.λ.) και τις σχέσεις σου. Βγάζει αρκετά εκατομμύρια δολάρια κάθε μέρα, επειδή είναι ο ιδιοκτήτης των μέσων παραγωγής και συ όχι.
Η πληροφορία είναι ένα προϊόν. Η γνώση είναι ένα προϊόν. Στην πραγματικότητα, είναι το προϊόν τοεπιούσιο στον μετα-φορντισμό (ή όπως αλλιώς θέλετε να το πείτε). Είναι ταυτόχρονα η παραγωγική δύναμη και το προϊόν, ακριβώς όπως η εργατική δύναμη. Η κοινότητα του Facebook παράγει κομμάτια πληροφορίας (ως μεμονωμένα γούστα, καταναλωτικές συνήθειες, τάσεις αγοράς) που πακετάρονται με τη μορφή στατιστικών στοιχείων και πωλούνται σε άλλους ή/και χρησιμοποιούνται για προσαρμοσμένες διαφημίσεις και όλων των ειδών τις προσφορές [25].
Επιπλέον, ως μια απεικόνιση του πιο εκτεταμένου δικτύου σχέσεων στον πλανήτη, το Facebook είναι από μόνο του ένα προϊόν. Η εταιρία είναι σε θέση να πουλήσει πληροφορίες μόνο αν, την ίδια στιγμή καιακατάπαυστα, συνεχίσει να πουλάει αυτήν τη συγκεκριμένη απεικόνιση του ιδίου. Κι αυτή η απεικόνιση παράγεται από τους χρήστες, αλλά ο Zuckerberg είναι που τσεπώνει τις επιταγές.
Φυσικά, αυτό το είδος της «εργασίας» που περιγράφεται παραπάνω, δεν είναι συγκρίσιμο ως προς την βιοπάλη και την εκμετάλλευση της εργασίας που αναφέρεται στις πρώτες παραγράφους. Επιπροσθέτως, οι χρήστες του Facebook δεν αποτελούν μια κοινωνική τάξη. Η ουσία είναι ότι πρέπει πάντα να λαμβάνουμε υπόψιν μας τόσο τη βιοπάλη στη βάση της παραγωγής του hardware, όσο και τη συνεχή ληστρική υπεξαίρεση της συλλογικής νοημοσύνης που βρίσκεται στο ίντερνετ. Όπως έγραψα παραπάνω, είναι δυο «συνυπάρχοντα επίπεδα». Η παραγωγή αξίας εξαρτάται και από τις δύο δραστηριότητες και θα πρέπει να απεικονιστούν και να αναλυθούν μαζί.

Δεν υπάρχει «απ' έξω» ως αντίθεση στο «από μέσα»
Σε αυτό το σημείο, αν κάποιος με ρωτούσε, «Πρέπει να μείνω έξω από τα κοινωνικά δίκτυα;», ή «Μπορώ να λύσω το πρόβλημα χρησιμοποιώντας μόνο ελεύθερο λογισμικό;», ή ακόμη «Θα έπρεπε να αποφύγω αυτή ή εκείνη τη συσκευή;», θα απαντούσα ότι η ερώτηση είναι σε λάθος πλαίσιο.
Φυσικά, είναι καλή και σωστή ιδέα η δημιουργία διαφορετικών, από τη βάση κοινωνικών δικτύων που να τρέχουν ελεύθερο λογισμικό και να μην βασίζονται πάνω στο εμπόριο ευαίσθητων δεδομένων και σχέσεων – αλλά εξίσου καλό είναι να κρατάς μια κριτική κι ενημερωτική παρουσία εκεί όπου η πλειοψηφία των ανθρώπων ζει και επικοινωνεί, ίσως προσπαθώντας να επινοήσεις ανταγωνιστικούς τρόπους χρησιμοποιώντας τα υπάρχοντα δίκτυα.
Υποφέρουμε για υπερβολικά πολύ καιρό την ηγεμονία του μηχανισμού που «προσωποποιεί» τις εξεγέρσεις και τους αγώνες, εστιάζοντας κυρίως στο γίνεται ή τι μπορεί να γίνει από τον μεμονωμένο καταναλωτή (ένα θέμα που αναπαράγεται διαρκώς από συγκεκριμένες κοινωνικές τεχνολογίες): μποϋκοτάζ, κριτική κατανάλωση, ριζοσπαστικές προσωπικές συνήθειες κ.τ.λ..
Οι προσωπικές επιλογές είναι σημαντικές, αλλά:
  • Πολύ συχνά αυτός ο τρόπος σχέσης μας φέρνει σε έναν ανταγωνισμό για το ποιο άτομο είναι «αγνότερο» και πιο «συνεπές». Θα υπάρχει πάντα κάποιο άτομο που θα καυχιέται για επιλογές που είναι πιο ριζοσπαστικές από τις δικές μου: ο βίγκαν χτυπάει τον χορτοφάγο, ο καρπιστής χτυπάει τον βίγκαν, κ.τ.λ.. Καθένας και καθεμία ισχυρίζεται ότι είναι «πολύ έξω», πιο «ανεξάρτητος ή ανεξάρτητη» από το κεφάλαιο – μια εικόνα που είναι τελείως απατηλή·
  • Ο καταναλωτής και η καταναλώτρια είναι ο τελευταίος κρίκος της αλυσίδας διανομής και οι επιλογές τους γίνονται στις εκβολές, όχι στις πηγές. Ίσως θα έπρεπε να συνιστούμε πιο συχνά την ανάγνωση ενός «λιγότερου» κειμένου του Μαρξ, την Κριτική στο Πρόγραμμα της Γκότα, στο οποίο άσκησε κριτική στον «χυδαίο σοσιαλισμό» που εστιάζει στη διανομή και όχι στην παραγωγή.
Έχω καταβάλει προσπάθεια για αρκετό καιρό [26] να εξηγήσω γιατί, σύμφωνα με τη δική μου άποψη, κοινωνικές μεταφορές (όπως το «από μέσα» και «απ' έξω») είναι ανεπαρκείς, επειδή η ερώτηση είναι, «Πού είναι το απ' έξω;», η απάντηση – ή η έλλειψη αυτής – δεν μπορεί παρά να είναι αφοπλιστική, καθώς η ερώτηση από μόνη της είναι ήδη αφοπλιστική. Θα μπορούσε να είναι χρησιμότερο να χρησιμοποιηθούν, και να γίνει αιτιολόγηση στη βάση χρονικώνεικόνων. Εστιάζοντας στο χρόνο, όχι στο χώρο.
Είναι ζήτημα κατανόησης του πόσο χρόνο της ζωής – πόσες φορές και πόσες ζωές – έχει κλαπεί από το Κεφάλαιο (κλοπή λαθραία, δεδομένου ότι αυτού του είδους η κλοπή παρουσιάζεται ως «η φύση των πραγμάτων»), συνειδητοποίησης των διάφορων μορφών εκμετάλλευσης και κατά συνέπεια μάχης ανάμεσα στις σχέσεις παραγωγής και εξουσίας, μέσω της αμφισβήτησης της ιδιοκτητικής δομής και της «κανονικοποίησης» της απαλλοτρίωσης, προκειμένου να χαλαρώσει ο βηματισμός, να σπάσει η εκμετάλλευση και να ανακτηθούν κομμάτια ζωής.
Δεν υπάρχει τίποτα καινούριο σε αυτά που λέω: κάποτε λέγονταν κατ' έθιμο «ταξικός αγώνας». Με λίγα λόγια: τα συμφέροντα εργάτη και εργοδότη είναι διαφορετικά και ασυμβίβαστα. Κάθε ιδεολογία (είτε επιχειρηματιστική, είτε εθνικιστική, είτε ρατσιστική) που συγκαλύπτει αυτή τη διαφορά πρέπει να πολεμηθεί.
Σκεφτείτε τη χαραυγή του εργατικού κινήματος. Οι εργάτες και οι εργάτριες δουλεύουν 12 με 14 ώρες την ημέρα σε κτηνώδεις συνθήκες και τις ίδιες συνθήκες μοιράζονται παιδιά που σπανίως βλέπουν το φως της μέρας. Τι θα κάνουν; Θα παλέψουν. Θα παλέψουν μέχρι να αποσπάσουν εργάσιμες μέρες με οκτάωρο, πληρωμή για τις υπερωρίες, υγειονομική περίθαλψη, δικαίωμα στην οργάνωση και την απεργία, νόμους ενάντια στην παιδική εργασία... Θα πάρουν πίσω κομμάτι του χρόνου τους και θα ανακτήσουν την αξιοπρέπειά τους, μέχρι αυτά τα επιτεύγματα αμφισβητηθούν ξανά και ένας νέος αγώνας θα απαιτηθεί.
Το να συνειδητοποιήσεις ότι η σχέση μας με πράγματα δεν είναι ούτε ουδέτερη ούτε αθώα, το να βρίσκεις ιδεολογία μέσα σε αυτήν, το να αναγνωρίζεις τον φετιχισμό του προϊόντος – αυτά είναι όλα επιτεύγματα από μόνα τους: μπορεί να έχουμε τραυματιστεί και προσβληθεί, προσβεβλημένες, αλλά τουλάχιστον «έχουμε τραυματιστεί, προσβληθεί, και μας αρέσει». Ο τραυματισμός παραμένει, αλλά όχι η κοροϊδία του να πιστεύεις ότι έχεις ελευθερία ενώ στην πραγματικότητα σε εκμεταλλεύονται. Πρέπει πάντα να βρίσκουμε τους μηχανισμούς που μας υποδουλώνουν και να τους περιγράφουμε ενώ προσπαθούμε να βρούμε τρόπους να τους φέρουμε σε κρίση.
Οι ψηφιακές συσκευές που χρησιμοποιούμε ενσωματώνουν εκμετάλλευση – ας το συνειδητοποιήσουμε. Το ίντερνετ στέκεται πάνω σε γιγάντιες κολώνες αόρατης εργασίας – ας το αναδείξουμε και ας αναδείξουμε τους αγώνες και τις απεργίες. Παρότι ακόμη ελάχιστα συζητείται στο δυτικό κόσμο, υπάρχουν πράγματι απεργίες στην Κίνα [27], και θα υπάρχουν όλο και περισσότερες [28].
Όταν ένας αποτυχημένος γίνεται μεγιστάνας, θα πρέπει να πάμε και να κοιτάξουμε σε πόσα πτώματα πάτησε για να γίνει αυτό που έγινε, τι δουλειά εκμεταλλεύτηκε, πόση πλεονάζουσα εργασία δεν αντάμειψε.
Όταν μιλώ για «αποφετιχοποίηση του Δικτύου», εννοώ την απόκτηση αυτής της επίγνωσης, που είναι προαπαιτούμενο για να παραμείνεις «εντός κι ενάντια», εντός με ανταγωνιστικό τρόπο.
Αν παραμείνουμε «εντός και ενάντια» στο Δίκτυο, μπορεί να βρούμε τον τρόπο να μπούμε σε μια συμμαχία με αυτούς που γίνονται αντικείμενο εκμετάλλευσης ενάντια στο ρεύμα. Μια παγκόσμια συμμαχία ανάμεσα σε «ψηφιακούς ακτιβιστές», νοητικούς εργάτες και εργάτες της ηλεκτρονικής βιομηχανίας θα ήταν το πιο τρομακτικό πράγμα για τα αφεντικά του ίντερνετ.
Όλες οι μορφές αυτής της συμμαχίας, φυσικά, απομένει να ανακαλυφθούν.
1 ΣτΜ: Ο όρος «μακριά ουρά» (long tail) έγινε πρόσφατα δημοφιλής για να περιγράψει την τακτική λιανικής πώλησης μοναδικών προϊόντων με σχετικά μικρές πωληθέντες ποσότητες από το καθένα – συνήθως σε συνδυασμό με την πώληση λιγότερων δημοφιλών προϊόντων σε μεγάλες ποσότητες. Η «μακριά ουρά» έγινε δημοφιλής από τον Chris Anderson σε άρθρο του περιοδικού Wired τον Οκτώβριο του 2004, στο οποίο ανέφερε την Amazon και τη Netfix ως παραδείγματα εταιριών που εφαρμόζουν αυτήν την πολιτική. Ο Anderson ανέλυσε την έννοια στο βιβλίο του Η μακριά ουρά - Πώς το Διαδίκτυο επηρεάζει την οικονομία, τις επιχειρήσεις και τον πολιτισμό. (Wikipedia)
2ΣτΜ: Αναφέρεται στο δοκίμιο του Ουμπέρτο Έκο: Apocalittici e integrati (Αποκαλυψιακοί και εντεταγμένοι, στα ελληνικά με τίτλο "Κήνσορες και θεράποντες"

Πηγή:  http://www.rebelnet.gr